Το παζάρι των Μοιρών στη διάρκεια του μεσοπολέμου με τα μάτιά του Θέμου Κορνάρου

216

Του Δημήτρη Χ. Σάββα

Ήταν Απρίλης του 1970 όταν ο Μεσαρίτης εργάτης-συγγραφέας, Θέμος Κορνάρος πεθαίνει κυριολεκτικά από την πείνα σ’ ένα άθλιο και σκοτεινό υπόγειο της Αθήνας. Ένας άνθρωπος, υπερήφανος, μοναδικός, που στάθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του όρθιος, δεν υποχώρησε δεν αλλοίωσε τα πιστεύω του και τις απόψεις του. Δεν κατηγορόρησε κανένα, απέρριψε κινήσεις πλουτισμού. Ακέραιος χαρακτήρας, ένας προικισμένος κομμουνιστής στη θεωρία αλλά και στην πράξη. Κήρυξε την πίστη του στο λαό και στους αγώνες του. Καθημερινά αναδείκνυε με τη στάση του τις έννοιες της ανιδιοτέλειας, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της αγάπης, της δημιουργίας.

Ο Θέμος Κορνάρος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Σίβα της Μεσαράς.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα. Η οικογένειά του πάφτωχη, δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα στα παιδιά της. Οι γονείς του ήταν αγρότες αν και ο πατέρας του “άσκησε” κατά καιρούς το “επάγγελμα” του οπλαρχηγού. Ο ίδιος ο Θέμος Κορνάρος έλεγε:

“Ο πατέρας μου είχε μεγάλη περιουσία. Όλη την ξόδεψε στις επαναστάσεις του τόπου μας. Όταν μαζεύεται από τους πολέμους, καταπιάνεται με τ’ αμπέλια”.

Ο Θέμος δεν ήταν μυθιστοριογράφος. Τα πιο πολλά έργα του είναι μεταξύ ρεπορτάζ και χρονικού, μαρτυρούσαν το ταλέντο όπου η όσφρηση του δημοσιογράφου και η εσωτερική ματιά του λογοτέχνη παρουσίαζαν μια μοναδική και σπάνια σύνθεση, τόσο εντυπωσιακή και πρωτόγνωρη για τον αναγνώστη!

Από το πλούσιο αρχείο εφημερίδων της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης και συγκεκριμένα από την εφημερίδα “Ελευθέρα σκέψις” της 6ης Απριλίου 1929, ανασύραμε έναν άρθρο του Θέμου Κορνάρου, το οποίο περιγράφει τη σύγχρονη και παλαιά Μεσαρά.

Πρόκειται για μία έρευνα αλλά και αναφορά στην καρδιά της Κρήτης και ειδικότερα στην κωμόπολη των Μοιρών, ένα από τα σπουδαιότερα αγροτικά και εμπορικά κέντρα της Κρήτης. Ας δούμε όμως το κείμενο αυτό, που τόσες μνήμες και θύμησες θα ξυπνήσει στους Μεσαρίτες αλλά και σ’ όλους της Κρητικούς με τη μοναδική πένα του Θέμου Κορνάρου:

“Όποιος γνώρισε το προπολεμικό Μοιριανό παζάρι θα μπορεί βλέποντας και το σημερινό όπως πραγματικά είνε να μας πη τις αντιθέσεις που παρουσιάζονται μεταξύ των δύο αυτών μορφών του παζαριού (αν μπορώ έτσι να εκφραστώ).

Άνθρωποι, εμπορεύματα, κίνηση γενικά δεν είναι τα ίδια σήμερον που προ 10 χρόνων ήταν.

Ας δούμε μια -μια χωριστά τις μορφές αυτές της Σαββατιάτικης Μοιριανής αγοράς.

  • Το παληό παζάρι.

Τέσσερα καφφενεία μικρά, με μοναδικό προορισμό να παρασκευάζουν καφέ σε μεγάλα χοντρά φλυντζανάκια κι ένα μαγειρείο με λυγδιασμένα τραπέζια και με μισοσπασμένους καναπέδες, που αναπληρούσαν τις καρέκλες, αυτά ήταν τα κέντρα της πρωτεύουσας τούτης της επαρχίας.

Χωρικοί γεμάτοι ζωή και δύναμη, όλο γέλοιο, χαρά και φωνές, ήσαν οι πελάτες των κέντρων αυτών. Από τις 7 το πρωί άρχιζαν να μαζεύονται από τα διάφορα χωριά.

Δεν έβλεπες στο κανένα πριν από τις 12 το μεσημέρι.

Όλοι κάτι είχαν να πουλήσουν, κάτι ήθελαν ν’ αγοράσουν.

Στο μαγειρείο σαν πήγαιναν κρατούσαν καθένας ψωμί απ’ το σπίτι του, γιατί εδώ δεν υπήρχαν φούρνοι δεν παρασκευαζότανε ψωμί για πούλημα, γιατί αυτό το θεωρούσαν ντροπή, εξευτελισμό μεγάλο.

  • Αφού καταδέχεται να πουλήση ψωμί, καταλαβαίνεις ίντα άνθρωπος είναι…

Νάτε τη χαρακτηριστική φράση, που μας δίδει θωρώ τέλεια εικόνα της σκέψης και της οικονομικής κατάστασης του προπολεμικού κατοίκου της Μεσσαράς.

Βγαίνοντας απ’ τα καφφενεία, συναντάς αμέσως την αγορά.

Όλο κίνηση, όλο φωνές, διαλαλητά δυνατά των διαφόρων γεωργικών προϊόντων. Θαρούσες πως βρισκούσουνε κοντά σε κανένα μελισσώνα, σαν άκουγες το ακατάπαυτο βουητό της αγοράς.

Οι κανταριτζήδες μούσκεμα απ’ τον ιδρώτα, έτρεχαν απ’ εδώ κι απ’ εκεί, ακατάπαυτα, για να ικανοποιήσουν όλους που ήθελαν να ζυγίσουν τα εμπορεύματα που πουλούσαν, μα πληρώνονταν τον κόπο τους αυτό, αδρά αδρά και γι’ αυτό έβλεπες το βράδυ οι κανταριτζήδες (ζυγιστές), να ‘ναι περισσότερο μεθυσμένοι απ’ όλους…

Κριθάρια, στάρια, όσπρια, (γεωργικά προϊόντα γενικά), εργαλεία γεωργικά, υφάσματα στερεά, προϊόντα οικιακής βιομηχανίας και κτηνοτροφίας, αυτά ήσαν, όλα κι όλα, τα εμπορεύματα της αγοράς.

Τα σαλβάρια λαμποκοπούσαν συναγωνίζονταν, ποια θα ‘κανε πιότερες βόλτες δεξά, ζερβά…

Γυναίκες, σπάνια έβλεπες σ’ αυτό το παζάρι, γιατί όποια φαινότανε ένα δύο σάββατα, ζητούσε άντρα κατά την έκφραση του μεσσαρίτη.

Χωροφύλακες με τα τσιγκελητά μου – στάκια, επιβλητικοί κι ακούραστοι προσπαθούσαν να βρουν κάτι στραβό για να… καταπιαστούν σε κάποια δουλειά, για να φανούν στων προϊσταμένων τα μάτια υπηρεσιακοί και δραστήριοι, μα άδικα έχαναν κείνη τη μέρα και τον καιρό και τον κόπο τους.

Ο εισπράχτορας των φόρων, όπου κι αν βρισκότανε όλη τη βδομάδα, το Σάββατο απαραίτητα βρισκότανε στις Μοίρες. Καθότανε και κουβεντιάζανε φιλικά με όλους, γλεντούσε το βράδυ με κείνους που καθυστερούσαν σ’ αυτό το χωριό.

Μεγάλη τιμή για το χωρικό που θα καθότανε στο καφφενείο με τον εισπράχτορα!

Κατά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, κάνανε την εμφάνισί τους στο παζάρι κ’ οι μαθητές του Γυμνασίου.

Ήσαν τα αντικείμενα του θαυμασμού όλων. Όλοι κι όλοι 4-5.

Με χρυσοσυριτωμένα καπέλλα, με άσπρα μαντύλια, με χρωματιστά σχοινάκια στο λαιμό, με μαύρα υποδήματα με χρυσά κουμπιά στα μανικέτια.

Δεν μιλούσαν ανθρώπου, παρά πεισματάρικα έσφιγγαν το στόμα τους, ίσως για να μην τους φύγη κανένας λόγος σοφός και πάει χαμένος ανάμεσα στη χωριατόμαζα του παζαριού! Όσο γι’ αυτούς θυμούμαι καλά ποια εντύπωσι έκανον γιατί τους ζήλευα, τους μισούσα από τη ζήλεια!…

Ξέχασα να προσθέσω παρά πάνω, στο μέρος που χρειαζότανε, και το συναγωνισμό που γινότανε μεταξύ των εμπόρων στις τιμές των εμπορευμάτων τους.

Αυτό σχεδόν ήτανε το προπολεμικό Μοιριανό παζάρι που γνώρισα και που θυμούμαι.

Δεν μπορώ να συμπληρώσω την εικόνα αυτή και μ’ άλλες λεπτομέρειες, γιατί δεν τις θυμούμαι και τόσο καλά, επειδή τότε τα πράγματα τα έβλεπα με το αμέριμνο παιδικό μάτι…

  • Σημερινό παζάρι!

Κάθε βήμα και καφφενείο με έπιπλα πολυτελείας. Όπου κι αν στραφής θα πέση το βλέμμα σου σε ταμπέλες χτυπητές πολυτελείς που ούτε στο Ηράκλειον δεν τις βλέπεις.

Ζαχαροπλατεία, καταστήματα, ειδών πολυτελείας, υποκαταστήματα τραπεζών, αποθήκες γκουανού του Περού αδειανές, μεσητικά γραφεία, δικηγορικά γραφεία, μπόλικα κλειστά. Ιατρεία, οδοντοϊατρεία κι ότι άλλο μπορεί να δης σε μια μεγάλη πόλη βλέπεις και σε τούτο το χωριό.

Τα καφενεία ενώ στα περασμένα χρόνια δεν έβλεπαν όπως είπαμε παρά πάνω πελάτη πριν απ’ το μεσημέρι σήμερα είναι γεμάτα από τις 6 το πρωί. Όλοι θέλουν ν’ αγοράζουν, ελάχιστον είναι κείνοι π’ έχουν κάτι να πουλήσουν από τα είδη της γεωργικής παραγωγής.

Τα παλιά μαμέρεικα γίνονε εστιατόρια. Όλοι αγοράζουν έτοιμο ψωμί και ξέχασαν κείνα που έλεναν μια φορά γι’ αυτόν που θα καταδεχότανε να πουλήση ψωμί…
–     Κιαμέ κριθάρι αγοράζω δέκα δραχμές; πλιά καλά με συφέρνει.

  • Το έτοιμο.

Νάτε μια άλλη χαρακτηριστική φράση που μας δίδει κι αυτή τέλεια εικόνα της πνευματικής και προ παντός της οικονομικής κατάστασης του σημερινού Μεσσαρίτη γεωργού”…

Τα χρόνια πέρασαν… αλλάξανε οι καιροί. Οι Μοίρες διπλασιάστηκαν και ξαναδιπλασιάστηκαν πληθυσμιακά. Το μοιριανό παζάρι εκσυγχρονίσθηκε κι αυτό, πήρε άλλη όψη, άλλη μορφή, άλλη εικόνα. Εκείνο το παραδοσιακό χρώμα του παλιού καλού αλλά και σκληρού καιρού αναζητιέται. Στην πορεία αυτής της αλλαγής συμπαρέσυρε ό,τι βρήκε στο διάβα του. Τους ανθρώπους, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα, τις προγονικές συνήθειες. Τις Μοίρες τις γνώρισα στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα. Γνώρισα τους ανθρώπους της, τους ανθρώπους της αγοράς και του μόχθου, βίωσα από κοντά τη ζωντάνια αυτού του θεσμού του παζαριού, που ξεκίνησε από τους περασμένους αιώνες, θυμάμαι πολλά απ’ αυτή την εποχή κοντά στον συγχωρεμένο τον πεθερό μου, το Μύρο το Ζαχαριά, έναν από τους μακροβιοτερους ανθρώπους της αγοράς των Μοιρών.

Παρόλα αυτά η εικόνα εκείνης της εποχής δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή, σίγουρα έχει ατονήσει.

Πολλά μαγαζιά που άλλοτε έσφιζαν από κίνηση παραμένουν άδεια και οδηγούν τον επισκέπτη σε θύμησες παλιές. Πολλοί οι λόγοι.

Από τη μια πλευρά η έντονη και παρατεταμένη οικονομική κρίση που έχει καθηλώσει τους πάντες και από την άλλη η πληθώρα των μεγάλων εμπορικών πολυκαταστημάτων σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση και την άμεση μετακίνηση στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Επόμενο ήταν λοιπόν όλα αυτά ν’ αποδυναμώσουν το ρόλο και τη σημασία του Μοιριανού παζαριού, ενός παζαριού από τα πιο ιστορικά του νησιού μας!