Το ολοκαύτωμα των Καμαρών

2576

  (Ἀπόσπασμα ἀπὸ τόν πανηγυρικό λόγο γιά τούς ἐκτελεσθέντες καί τό ὁλοκαύτωμα τῶν Καμαρῶν (Μάϊος 2013) ἐκφωνηθέντος υπό τοῦ κ. Ἀντωνίου Κουτεντάκη, Θεολόγου, Διδάκτορος Θεολογίας Παν/μίου Ἀθηνῶν)

«Κατὰ τὴν 3η Μαΐου τοῦ 1944 οἱ Καμᾶρες περικυκλώνονται ἀπὸ μεγάλη δύναμη Γερμανῶν στρατιωτῶν,  οἱ ὁποῖοι συγκεντρώνουν τοὺς Καμαριανοὺς σὲ τοῦτο ἀκριβῶς τὸ σημεῖο ποὺ στεκόμαστε ἐμεῖς αὐτὴ τὴ στιγμή. Προαναγγέλλουν τὸ ὁλοκαύτωμα τοῦ χωριοῦ καὶ στὴ συνέχεια συλλαμβάνουν καὶ ὁδηγοῦν ὅλους τοὺς ἄνδρες ἄνω τῶν 17 ἐτῶν στὶς Μοῖρες, ὅπου καὶ τοὺς προφυλακίζουν.

2 ἡμέρες ἀργότερα, ἡμέρα Παρασκευὴ 5 Μαΐου, ἀρχίζουν τὸ κτηνῶδες ἐγχείρημά τους καταστρέφοντας μὲ δυναμῖτες καὶ ἐν συνεχείᾳ πυρπολώντας ὅλα τὰ σπίτια τοῦ χωριοῦ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Κουτεντάκη Ἐμμανουὴλ τοῦ Χαραλάμπους. Τὰ γυναικόπαιδα καὶ οἱ γέροντες ἐγκαταλείπουν τὸ φλεγόμενο χωριὸ καὶ βρίσκουν καταφύγιο εἴτε σὲ συγγενικὰ πρόσωπα ποὺ κατοικοῦν σὲ ἄλλα χωριὰ εἴτε σὲ χωράφια καὶ σπήλαια πέριξ τοῦ χωριοῦ. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωση τῆς ἀπάνθρωπης ἐνέργειάς τους ἀπελευθερώνουν τοὺς φυλακισμένους ἄνδρες, πλὴν 15, οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται ὡς ὅμηροι γιὰ νὰ βροῦν 2 μῆνες ἀργότερα, στὶς 14 Ἰουλίου, φρικτὸ θάνατο ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἄλλους, στὸ πλοῖο «Δαναΐς» τὸ ὁποῖο οἱ Γερμανοὶ βυθίζουν ἐπὶ τούτου πλησίον τῆς Ντίας.

Τὸ 2ο μεγάλο κύμα ὀργῆς καὶ κτηνωδίας τῶν Γερμανῶν θὰ ξεσπάσει 3 μῆνες ἀργότερα, ὅταν μετὰ ἀπὸ μάχη τῆς ὁμάδος τοῦ ὁπλαρχηγοῦ Πετρακογιώργη μὲ τοὺς κατακτητὲς –οἱ ὁποῖοι θὰ δεχθοῦν καίριο πλῆγμα- στὴ Μαδαρή, ὀρεινὴ θέση τῶν Καμαρῶν, δὲν θὰ διστάσουν νὰ προβοῦν σὲ βιαιοπραγίες ἀκόμη καὶ ἐναντίον ἡλικιωμένων γυναικῶν καὶ θὰ ἐξαναγκάσουν σὲ φυγὴ τοὺς Καμαριανοὺς ἀπὸ τὰ χωράφια καὶ τὰ σπήλαια ποὺ ἐπὶ 3 μῆνες ἤδη ἀποτελοῦν τὴ μόνη στέγη τους.

Τὰ γεγονότα ἐν τῷ μεταξὺ στὸ διεθνὲς ἐπίπεδο ἐξελίσσονται θετικά, καὶ οἱ ἀποδυναμωμένοι Γερμανοὶ στὶς 12 Ὀκτωβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους θὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ἑλληνικὴ πρωτεύουσα γιὰ νὰ κυματίσει ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ βράχου καὶ πάλι ἡ κυανόλευκη στὶς 18 Ὀκτωβρίου, ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες οἱ ξεριζωμένοι Καμαριανοὶ ἐπιστρέφουν στὸ κατεστραμμένο χωριό τους γιὰ νὰ ἀρχίσουν τὴν προσπάθεια τῆς ἐκ νέου ἀνοικοδομήσεως, ἐνῷ οἱ Γερμανοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν ὁριστικὰ τὴν Κρήτη παραδίδοντάς την στοὺς Ἄγγλους συμμάχους μας στὶς 9 Μαΐου τοῦ 1945 ἀφήνοντας πίσω τους, ἀνάμεσα στὶς ἑκατόμβες τῶν νεκρῶν, 28 νεκροὺς Καμαριανούς,  δυστυχία, πόνο, φρίκη, θάνατο καὶ ἀναμνήσεις ποὺ δὲν πρόκειται νὰ σβήσουν ποτέ».

Πηγή: imga

Από την έκθεση της «Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη»

«Η δια της υπ’ αρ. Α.Π. 11159 από 17/6/1945 ειδικής διαταγής του Προέδρου της Κυβερνήσεως κ. Βούλγαρη εκ των κ. Ι. Καλιτσουνάκη, καθηγητού Πανεπιστημίου, Ι. Κακριδή, καθηγητού Πανεπιστημίου, Ν. Καζαντζάκη, λογοτέχνου, και Κ. Κουτουλάκη ως βοηθητικού μέλους συσταθείσα Επιτροπή προς διαπίστωσιν των υπό των Γερμανών και Ιταλών κατά την διάρκειαν της κατοχής διαπραχθεισών ωμοτήτων εν Κρήτη, περιοδεύσασα την νήσον από της 29ης Ιουνίου μέχρι της 6ης Αυγούστου 1945, υποβάλλει κατωτέρω την έκθεσιν αυτής».

«Το χωρίον ΚΑΜΑΡΕΣ εκυκλώθη την 3 5/44, οι άνδρες του όλοι συνελήφθησαν και ωδηγήθησαν εις την κωμόπολιν Μοίρες, τα δε γυναικόπαιδα εκλείσθησαν εντός της εκκλησία: του χωρίου. Μετά 2 ημέρας, την 5/5, εδόθη άδεια εις τας γυναίκας να παραλάβουν εκ των οικιών των ό,τι ηδύναντο. Επανελήφθη εξ άλλον το τέχνασμα να δηλωθή εις αυτάς, ότι ό,τι πολύτιμον δεν ηδύναντο να παραλάβουν μαζί των, φρόνιμον ήτο να το αποθέσουν εντός της εκκλησίας, ήτις δήθεν, δεν θα παρεβιάζετο. Ούτως κατά την επακολουθήσασαν δήλωσιν, οι Γερμανοί εύρον συγκεντρωμένην την λείαν των χωρίς να κοπιάσουν. Ακολούθως έθεσαν δυναμίτιδα και πυρ και κατέστρεψαν το χωρίον. Κατεστράφη και το σχολείον, η δε εκκλησία έλεηλατήθη πλήρως, μέχρι και των κεράμων της στέγης, ούτως ώστε μόνον οι τέσσαρες τοίχοι απέμειναν.

         Εκ των εν Μοίραις ανδρών εκρατήθησαν 30, οίτινιες και εξωλοθρεύθησαν· ο τρόπος του θανάτου των αγνοείται μέχρι σήμερον· οι λοιποί αφέθησαν ελεύθεροι, υπό το όρον να μην επιστρέψουν εις το χωρίον των. Πάντως, ελέχθη ότι έχουν το δικαίωμα της συγκομιδή: των καρπών των· το τί υπέστησαν κατ’ αυτήν, Θα το ίδωμεν κατωτέρω».