Το κόσκινο, ο βολίστας και η κνισάρα

259

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης

Τα περασμένα χρόνια, όσο κι αν ήταν φτωχικά, εν τούτοις η κάθε νοικοκυρά είχε τα δικά της εργαλεία, όπως είχε τα δικά του και ο κάθε νοικοκύρης αγρότης.

Από τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν συχνά οι νοικοκυρές, ήταν και το κόσκινο, ο βολίστρας και η κνισάρα, που ήταν της ίδιας κατηγορίας, επειδή και με τα τρία κοσκίνιζαν.

Το κόσκινο

Κόσκινο είχε κάποτε κάθε σπίτι, μάλιστα είχαμε δυο λογιών κόσκινα, το αρύ ή χοντρό κόσκινο και το ψιλό κόσκινο.

Το κόσκινο το χρησιμοποιούσαν αρχικά στο αλώνι, όταν είχε τελειώσει το λίχνισμα, και ήταν σε σωρό ο καρπός, που όμως δεν ήταν ακόμα καθαρός.

Μέσα στον σωρό του σιταριού, υπήρχαν μέσα πολλά κόντυλα, ίρες, αλλά και βόλοι από χώμα και μικρές πέτρες. Έτσι έπρεπε να κοσκινιστεί, να περάσει από το χονδρό κόσκινο, το οποίο ήταν έτσι σχεδιασμένο, για να πέφτει η ίρα κάτω από τα κενά που άφηναν τα σύρματα.

Στο αλώνι, κοσκίνιζαν μεν τα πολλά πολλά, αλλά και στο σπίτι, όταν ήταν να καθαριστεί το στάρι για να πάει στο μύλο, πάλι το πέρναγαν ξανά από το ψιλό κόσκινο, για να πο-βαβαλίσουν τα τυχόν κόντιλα, η στο χονδρό, για να σπάσουν τυχόν βολαράκια, να γίνει χώμα και να πέσει κάτω, αλλά και να διαλέξουν τα πετραδάκια που με το κοσκίνισμα μαζευόταν σε μια άκρη. Στο ψιλό κόσκινο, μπορούσαν να κοσκινίσουν οτιδήποτε ήταν πιο ψιλό από την ίρα, όπως σουσάμι κλπ.

Τα κόσκινα τα κατασκεύαζαν ειδικοί κοσκινάδες, που γύρναγαν και στα διάφορα χωριά της Κρήτης.

Συνήθως κοσκινάδες καλοί, ήταν οι Ηπειρώτες. Ερχόταν όμως και από την Γέργερη Ηρακλείου, όπου υπήρχαν εκεί δυο τρείς οικογένειες, όπου κατασκεύαζαν κόσκινα. Τα κατέβαζαν τα Σάββατα στην αγορά των Μοιρών, αλλά γυρνούσαν και στα χωριά, με τον γάιδαρο φορτωμένο, και φώναζαν:

Ο κοσκινάς, ο κοσκινάς! Κνισάρες και κόσκινα φτιάχνω!

Δεν πουλούσαν μόνο όσα κόσκινα είχαν μαζί τους, αλλά έπαιρναν και παραγγελείες, επισκεύαζαν κιόλας τυχόν χαλασμένα κόσκινα. Συνήθως, αν οι κοσκινάδες ήταν Ηπειρώτες, έμεναν σε κάποιο κοντινό καταυλισμό, και εκεί έφτιαχναν τις τυχόν παραγγελίες της περιοχής, επισκεύαζαν φυσικά και τα χαλασμένα. Ξετύλιγαν δηλαδή το κυκλικό σύρμα, και άφηναν μονάχα τις ακτίνες. Πρόσθεταν καινούριο σύρμα, καμιά φορά το σύρμα ήταν χάλκινο.

Να πούμε πως κάποτε υπήρχε και το επάγγελμα της κοσκινούς, όπου την καλούσαν σε σπίτια να κοσκινίζει αλεύρι έναντι μικρής αμοιβής, που μπορεί να ήταν σε όσπρια σιτάρι κριθάρι ή αυγά.

Ο βολίστας

Παρόμοια κατασκευή με το κόσκινο, και στις ίδιες διαστάσεις, ήταν και ο βολίστας. Η διαφορά του ήταν μόνο στο ότι αντί σύρματα την κάτω επιφάνεια το, είχε μονοκόμματη λαμαρίνα με τρύπες περίπου 10 χιλιοστά. Η κύρια χρησιμότητα του βολίστα, ήταν κι αυτού στο αλώνι, κατά το λίχνισμα.

Όταν είχε τελειώσει το αλώνισμα, η επόμενη φάση ήταν το λίχνισμα με τα θρινάκια και τις ξύλινες παλάμες. Τελική φάση όμως, ήταν το λίχνισμα με τον βολίστα, και μετά με το κόσκινο, ώστε να σωριαστεί πιο καθαρός καρπός. Ένας λίχνιζε λοιπόν τα πολλά πολλά με τον βολίστα, και ότι έπεφτε από κει, το ξαναλίχνιζαν με το κόσκινο.

Τον βολίστα συνήθως τον έφτιαχναν φανοποιοί, κατόπιν πάλιν παραγγελίας.

Η κνισάρα

Κάθε σπίτι, μπορούσε να έχει δυο, τρείς, ή και τέσσερις κνισάρες!

Υπήρχε η πολύ χοντρή κνισάρα, η μέτρια και η πολύ ψιλή, αλλά ενίοτε κάποιες είχαν και ένα μικρό κνισαράκι.

Η κνισάρες ήταν ξύλινες, λίγο πιό μικρές από τα κόσκινα και τους βολίστες, είχαν σίτα από κάτω, ανάλογα τη χρήση, θα ήταν και οι μικροσκοπικές οπές της.

Πότε τώρα μια νοικοκυρά θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη χονδρή κνισάρα, και πότε την ψιλή;

Εφόσον μια κνισάρα είχε να να κάνει με το κοσκίνισμα του αλευριού, άρα είχε να κάνει στο πόσο πίτουρο θα κατακρατηθεί κατά το κοσκίνισμα.

Η ποσότητα αυτή, θα ήταν ανάλογη με την κνισάρα.

Σε μια οικογένεια ας πούμε πολύ φτωχή, η νοικοκυρά θα κοσκινίσει το αλεύρι με την πιο χονδρή κνισάρα. Κι αυτό, για να μείνουν λίγα μόνον πίτουρα μέσα, και να έχει έτσι περισσότερο αλεύρι στη διάθεσή της!

Όμως, όταν μια νοικοκυρά, χρειαστεί να κάνει κάτι πιο επίσημο η εκλεκτικό, όπως ένα πρόσφορο, άρτους, κουλούρια, γαμοκούλουρα, τσουρέκια κλπ, τότε θα πρέπει να περάσει το αλεύρι της από το ψιλό κόσκινο, ώστε να μην έχει μέσα καθόλου πίτουρα!

Συνήθως τα πίτουρα δεν άρεσαν στα παιδιά, αλλά από ότι αποδείχτηκε αργότερα, ήταν μια πραγματικά θρεπτική τροφή. Συνήθως τα πίτουρα οι φτωχοί τα έκαναν πιταράκια, ή έβαζαν ένα μέρος από αυτά στο αλεύρι για το ψωμί της οικογένειας, και τα υπόλοιπα τα έδιναν στα ζώα τους. Όταν λέμε στα ζώα τους, εννοούμε σε όλα τα ζώα. Έβρεχαν λιγάκι τα πίτουρα με νερό, το έκαναν σβολαράκια, και έδιναν από λίγο στις κότες, στο γουρούνι κλπ.

Βέβαια σε ένα σπίτι, και τα τρία εργαλεία που αναφέραμε σήμερα, ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα, σε πάρα πολλούς τομείς της καθημερινότητας. Μπορούσε ας πούμε να βάλει το κόσκινο η νοικοκυρά στο κοτέτσι, για να γεννάνε οι κότες τα αυγά τους. Μπορούσε επίσης το κόσκινο ή τον βολίστα να τα χρησιμοποιήσει για να θέσει μια κλωσσού, να βάλει επίσης καρύδια ή σύκα να τα ξεράνει, κλπ.

Όμως ο λαός μας, λέει και διάφορες φράσεις, που μιλάνε για κόσκινα ή για κνισάρες.

Η πιο γνωστή μας φράση, είναι “καινούριο κοσκινάκι μου, και που θα σε κρεμάσω”

Συνήθως το έλεγαν αυτό σε κάποιον ερωτευμένο νέο η νέα, που υπεραγαπά τον ταίρι του, ή σε κάποιον που έχει αγοράσει μια καινούρια συσκευή, και την καμαρώνει, η ένα αυτοκίνητο, που όλο το πλένει και το καθαρίζει!

Έχουμε τη φράση “τον πέρασε από ψιλό κόσκινο”, και συνήθως αυτό θα το έκανε μια νέα κοπέλα, ή η ο πατέρας της, για κάποιον που προορίζεται για γαμπρός, γιατί πρέπει να είναι καθαρός, χωρίς “πίτουρα”!

Λέει πάλι ο λαός : “Και η κοσκινού τον άνδρα της, με τους πραματευτάδες” ! Λέγεται η φράση αυτη, γιατί το άλλοτε επάγγελμα της κοσκινούς, ήταν φτωχό, όμως η κοσκινού ήθελε τον άνδρα της, και εκείνη στην ίδια θέση με τους μεγαλέμπορους πραματευτάδες!

Ο δε λαός μας, αυτό, το έλεγε κυρίως ειρωνικά!

Σε κάποιες περιπτώσεις πάλι, έστελναν το παιδί τους να πάει κάπου, και εκείνο τους έλεγε ότι δεν πάει, γιατί ντρέπεται! Τότε του έλεγαν:

-Έ άμα ντρέπεσαι, βάλε ένα κόσκινο στη μούρη σου, ή πάρε μια κνισάρα μαζί σου!

Υπήρχε και ένα παλιό παιδικό τραγουδάκι:

“Βρέχει βρέχει ψιχαλίζει, κι η γιαγιά μου κοσκινίζει, να μου σάσει ένα κουλούρι, σαν του τράγου το κουδούνι, να το πάω του τσαγκάρη, να μου σάσει παπουτσάκια να πατώ στα χαλικάκια, να μαζεύω τα σταχάκια, να φιλώ τα κοριτσάκια”!

Τελειώνουμε με την επίσης γνωστή φράση: “Οποιος δν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει”! Το λένε αυτό, για κάποιον που κωλυσιεργεί συστηματικά, και όλο καθυστερεί την δουλειά του, ή δεν την τελειώνει ποτέ!

Λέγανε βέβαια κι άλλες.

Άμα ζυμώσεις το ταχύ, από βραδύς κοσκίνα!

Είχαμε το Γιάννη μας γερό, έπεσε το κόσκινο και τον πλάκωσε!

Και οι αρχαίοι έλεγαν:

“Κόσκίνω ύδωρ αντλείς”!

Με το κόσκινο αντλείς νερό!