Το χρονικό της θυσίας των «Δέκα Μαρτύρων» στις Μοίρες την 1η Ιουνίου 1942

1992

Του Γεωργίου Μιχ. Πατεράκη*

Εκφωνήθηκε στον ιερό ναό Αγ. Γεωργίου Μοιρών 1/6/2003

Αν είναι αλήθεια πως ένας λαός άξιος να ζήσει χαλυβδώνεται και ωριμάζει μέσα στον ίδιο του τον αγώνα, τότε και η Εθνική Αντίσταση Κρήτης 1941-1944 είναι ένα τέτοιο ορόσημο στην ιστορική πορεία της φυλής μας.

Σ’ αυτή τη θαυμαστή ώρα της ιστορίας μας, σ’ αυτή την πηγή φρονήματος και ζωής και πάλι σήμερα η πατρίδα ευγνωμονούσα και μάλιστα η ιδιαίτερη πατρίδα, καλεί να στρέψουμε τα βλέμματα της ψυχής μας και να τιμήσουμε εκείνους που πόνεσαν αιμάτινο πόνο και αγωνίστηκαν αγώνα υπέρτατο για αξιοπρέπεια και λευτεριά. Ιδιαίτερα μάλιστα  τους συμπολίτες μας αυτούς, που προέταξαν τα στήθη τους στη βία του εχθρού, για ν ανθίσει το δενδρί της Λευτεριάς.

Εξήντα χρόνια πριν από σήμερα, Την περίοδο της γερμανικής κατοχής, η κωμόπολη των Μοιρών είναι ένα αυτοδύ­ναμο πληθυσμιακό κέντρο, με τα χαρακτηριστικά ενός επαρχιακού, εμπορικού κι αγροτικού κέντρου. Συγκοινωνιακός κόμβος της περιοχής. Έδρα ομώνυμης Κοινότητας, με δημόσιες υπηρεσίες και αρχές Δημόσιου ταμείου, Αγροτικής τράπεζας, Σταθμού χωροφυλα­κής, Ταχυδρομικού Τηλεγραφικού Τηλεφωνικού Γρα­φείου (Τ.Τ.Τ.), Αγροφυλακής, Φαρ­μακείου και Ιατρείου, Δημοτικού σχολείου και φυσικά ενοριακής εκκλησίας.

Στο χώρο τους έχει διαμορφωθεί μια ζεστή, ανθρώπινη κοινωνία, με αρμονία σχέσεων των μελών της. Τους κατοίκους τους αποτελούσαν υπάλληλοι, βιοτέχνες, έμποροι, αγροτικά καθώς κι εργατικά νοικοκυριά. Στον ανεβασμένο κοινωνικό περίγυρο των 800 περίπου δημοτών, υπήρχαν καλές, φιλικές σχέσεις ενώ υπήρχε συγγένεια αίματος με τα γύρω κοντινά χωριου­δάκια.

Οι Μοίρες υπήρξαν παράλληλα καταφύγιο κυνηγημένων μικρασιατικών πληθυσμών προσφύ­γων, που ενσωματώθηκαν αρμονικά στον κορμό τους συμβάλλοντας αποτελε­σματικά στην εμπορική, πολιτιστική και κοινωνική άνθηση τους, καθώς και στην ευημερία των κατοίκων τους.

Στα εθνικά προσκλητήρια ο τόπος κατάβαλε τον ανάλογο φόρο αίματος. Στο Αλβανικό μέτωπο, πολλά από τα βλαστάρια του έπεσαν μαχόμενα «…τοις κείνων ρή­μα­σι πειθόμενοι», όπως οι Βάνιας Σφακιανάκης, Γιάννης Στρατιδάκης, κ,ά, ή χάθηκαν στο δρόμο του γυρισμού, όπως  Ασλανίδης Αριστομένης, Μαρκουλάκης Γεώρ­γιος κ.ά.

Η παρουσία κι εγκατάσταση στις Μοίρες της ιστορι­κής οικογένειας των Κουρμού­λη­δων. Θύμηση μεγαλείου, αρ­χο­ντιάς και δόξας της Μεσαράς αλλά και προσφοράς στους αιματηρούς αγώνες της Κρήτης, αποτελεί δείγμα του διαμορφωμένου πό­λου έλξης και του κεντρομόλου δυναμικού πεδίου που είχε αναπτυχθεί στην κωμό­πολη.
Κοντά τους οι Μοίρες τράβηξαν επίσης, τον ανήσυχο, διορατικό νου του μεσοπολέμου, τον καπε­τάν Πετρακογιώργη, που με ποικίλες εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες έδωσε πνοή και όραμα στην αναπτυσσόμενη κωμόπολη, ενώ την κατέστησε αργότερα και Δήμο. Κατοχικά εξελίχτηκε στι­βαρός ηγέτης των αντάρτικων ομάδων του Ψηλορείτη κι έπειτα σημαντική πολιτική προ­σωπικότητα στο εθνικό κοινοβού­λιο, με το κόμμα των Φιλελευθέ­ρων.

Όπως ήταν φυσικό, ισχυρό Αντιστασιακό δυναμικό αναπτύχθηκε προοδευτικά στην κωμό­πολη. Οι δεσμοί των οργανωμένων σε αντιστασιακές οργανώσεις κατοίκων, με τους αντάρ­τες του Ψηλορείτη ήταν πολύ στενοί. Ως αισθητήρες του δικτύου που αναπτύχθηκε, οι Μοιριανοί, διοχέτευαν πληροφορίες στο Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατο­λής και κυρίως αυτές που είχαν σχέση με τις κινήσεις από και προς το αεροδρόμιο Τυμπακίου.

Πέραν από τις πληροφορίες αυτές, η ενίσχυση των ανταρτών μας σε εφόδια ήταν συγκινη­τική και καθοριστικής σημασίας.

Η ουσιαστική αντίσταση των Μοιρών, καθώς και η δε­σπό­ζουσα στρατηγική θέση της τότε κοινότητας, υποχρέωναν τον εχθρό να διατηρεί ισχυρές στρατιω­τικές δυ­νάμεις στην περιοχή, ενώ η κωμόπολη ήταν έδρα ολόκληρου γερμανικού τάγματος.

Ο τόπος όμως πλήρωσε ακριβά την αντίσταση, τον ανδρισμό και τον πατριωτισμό των ειρηνικών, εργατικών και φιλοπρόοδων κατοίκων του.

Το σενάριο αρχίζει όταν στο ομοιογενές των κατοίκων των Μοιρών, εμβολιάστηκε με υπηρεσιακή μετάθεση, από τους Αγίους Δέκα, δή­θεν ως υπάλληλος του Τηλεγραφείου Μοιρών, εξωκρητικής καταγωγής, ανάξιο λόγου, μειονεκτικό άτομο, που κηλίδωσε την υπερηφάνεια του τόπου, με τη δράση του και κυρίως από τη συνερ­γασία του με τον καταχτητή. Πλήγωσε θανάσιμα το γόητρο του πληθυσμού, γιατί «…έκαψε κόσμο και κοσμάκη αυτός ο σπιούνος» κατά το χαρακτηρισμό των πηγών. Και ο περήφανος τόπος δεν ανέχτηκε τις εκτροπές του.

Ωστόσο η ανησυχητική δράση κι άλλων πρακτόρων και συνεργατών του εχθρού ώθησε το Σ.Σ.Μ.Α. να πάρει μέτρα περιστολής και εξουδετέρωσης του οργανωμένου δικτύου τους αναθέτοντας την εντολή στους κατά τόπους Αρχηγούς των αντάρτικων ομάδων. Πυρήνες συνεργατών του εχθρού δρούσαν στα χωριά Κρουσώνας, Ζαρός, Πλώρα και στις Μοίρες.

Στα αρχεία του καπετάν Πετρακογιώργη, που δημο­σιεύσαμε το 1983, και κάτω από τον τίτλο : «ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ ΠΡΟΔΟΤΩΝ» συναντούμε τις αναφορές [1]:

«Κατόπιν κοινής αποφάσεως πάντων των Αρχηγών απεφασίσθη η εκτέλεσις και τα σημεία των προγραμματισθέντων πρακτόρων και προδοτών των εργαζομέ­νων μετά των Γερμανών και Γερμανικών Αρχών.

Εντός της πόλεως Μοιρών ορίσθη η εκτέλεσις του Γερμανού πράκτορος Δα­μάσκου. Δεδομένου ότι η πόλις εφρουρείτο υπό ολοκλήρου Γερμανικού Τάγματος εν τούτοις η εκτέλεσις απεφασίσθη να γίνη εντός της πόλεως και ανετέθη εις τους 1) Γεώργιον Μαυράκην, 2) Γεώργιον Χαραλαμπάκην ή Μπαλάσκαν και 3) Γεώρ­γιον Φαραγκουλι­τάκην ή Σκουτελογιώργην.
Ούτοι μεταβάντες εις Μοίρες εξετέλεσαν τον Δαμάσκον και μολονότι καταδιω­χθέ­ντες απηνώς υπό των Γερμανών, διέφυγον επανελθόντες εις το λημέρι των.»

Λακωνικότατη η αναφορά του Αρχηγού, ξετυλίγει το μίτο του δράματος που παίχτηκε στον τόπο μας με εξιλαστήρια θύματα τους νεκρούς που τιμούμε σήμερα.

Για μέρες, οι τρεις αντάρτες, που ανέλαβαν την αποστολή εκτέλεσης του προδότη καιροφυλακτούσαν κινούμενοι με προφυλάξεις μέσα στις Μοίρες. Οι πιο καχύποπτοι από τους Μοιριανούς υποπτεύθηκαν την παρουσία τους μέσα στην κωμόπολη και άρχισαν να δυσανασχετούν. Οι αντάρτες όμως όταν εκτίμησαν ότι ματαιοπονούσαν, σοφίστηκαν άλλο τέχνασμα. Προκάλεσαν δολιοφθορά στις τηλεφωνικές γραμμές έξω, δυτικά των Μοιρών ώστε να αναγκάσουν το θύμα τους ως αρμόδιο υπάλληλο του Τηλεγραφείου, να εξέλθει για επισκευή τους, και να τον εκτελέσουν. Όμως και πάλι δεν επέτυχαν το στόχο τους.

Τότε ριψοκινδύνευσαν περισσότερο, ενεδρεύοντας στην κατοικία του Δαμάσκου.

Ζωντανοί ακόμη σήμερα αυτόπτες μάρτυρες, μας περιέγραψαν το σκηνικό της εκτέλεσης, όταν ανύποπτοι βρέθηκαν πολύ πρωί στους γύρω καλλιεργημένους αγρούς τους για να συλλέξουν χλωρά κουκιά και αντίκρισαν τον μεν ένα αντάρτη, τον Μαυράκη, ξαπλωμένο πρηνηδόν, μες στα κουκιά με το όπλο επί σκοπόν και τους άλλους δύο, κρυμμένους στα απέναντι χαλάσματα, να περιμένουν το θύμα τους να εξέλθει στην πρόχειρη, υπαίθρια τουαλέτα του. Ο ξαπλωμένος στα κουκιά, τους υπέδειξε μάλιστα ν’ απομακρυνθούν γρήγορα για να μην κινήσουν υποψίες και να μην μπλέξουν. Και αυτοί υπάκουσαν πρόθυμα, χωρίς να καταλαβαίνουν και πολλά από όσα συνέβαιναν. Απομακρυνόμενοι όμως από τον τόπο, άκουσαν τις ριπές των ανταρτών με τις οποίες γάζωσαν το θύμα τους καθώς και τις φωνές της πανικόβλητης γυναίκας του, που συνειδητο­ποιούσε τι της είχε συμβεί.

Το γεγονός της εκτέλεσης του προδότη Δαμάσκου, δίπλα ακριβώς από το γερμανικό φρουραρ­χείο Μοιρών, στις 6 η ώρα τα ξημερώματα της Κυριακής 31 Μαΐου 1942 (Ένα χρόνο ακριβώς μετά την κατάληψη του νησιού), πάγωσε την ατμόσφαιρα και οι κατακτητές φάνηκαν προς στιγ­μήν αμήχανοι και αδρανείς. Ενώ  το απόγευμα της ίδιας μέρας έγινε μουδιασμένα, η κηδεία του νεκρού.

 

Η σύνταξη της «μαύρης λίστας»

Τα υπόλοιπα γερμανόφιλα μέλη της παρέας του νεκρού στην περιοχή, άρχισαν να συσκέ­πτονται και να διαβουλεύονται. Μελετούσαν το επό­μενο βήμα τους, πάντα εκ του ασφαλούς. Ο φόβος στο κάτω-κάτω φύλαγε τα έρημα. Αφού κι ο νεκρός ήδη φί­λος τους Δαμά­σκος, κάτι τέτοιες ακροβασίες πλήρωσε με τη ζωή του. Δεν καθυστέρησαν όμως να πάρουν θέση. Επέλεξαν την επίδειξη δυνάμεως. Ήθελαν το κτύπημά τους τώρα «να σπάει κόκαλα» κατά την κοινή έκ­φραση. Επεδίωκαν να καταρρακώσουν το ηθικό, να τσα­κίσουν την υπερηφάνεια, να ταπει­νώσουν την αξιοπρέπεια, να μολύνουν την καθα­ρότητα, να παραλύσουν  ουσιαστικά κάθε Αντίσταση.

Έψαξαν και βρήκαν την πιο κατάλληλη για την περί­πτωση συνταγή που προέβλεπε : « Δια τον φόνον εκάστου Γερμανού στρατιώτου εκτελούνται δέκα, εκ του άμαχου πλη­θυσμού και περισσότεροι εν περιπτώσει φόνου υπό βαρειές συνθήκες». Τόσο μυστική ήταν η συνταγή αυτή που στο κάτω μέρος της διάτασσε : «Μετά την ανάγνωσιν και κατανόησιν της παρούσης, η εγκύκλιος, να καταστραφεί ». Το υπαγόρευε η δια­ταγή του Γερμανικού στρατηγείου της Wermacht. Κι ένας προδότης για τον εχθρό, άξιζε όσο κι ένας πιστός στρατιώτης του Φύρρερ.

Έτσι συγκαλυμμένα, και με ελαφρά την όποια συνείδηση διέθεταν, οι δοσίλογοι, συνέταξαν επιλεκτικά κι αυθαίρετα, τη «μαύρη λίστα». Ένα κατάλογο αθώων πολιτών των Μοι­ρών, που θα πλήρω­ναν με τη ζωή τους.

Η «Κοντρόλα»

Δευτέρα πρωί-πρωί 1η Ιουνίου 1942 …Μόλις που άρχισε να χαράζει. Πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες είχαν ζώσει την κωμόπολη, και με τις αγριο­φωνάρες τους : «Raus !!!, Raus !!!» συγκέντρωναν τον κό­σμο βίαια. Με σπρωξιές και κοντα­κισμούς, οδηγούσαν όποι­ον έβρισκαν στο δρόμο τους, στην πλατεία δυτικά του ναού του πολιούχου Αγίου Γεωργίου Μοι­ρών. -Εδώ, λίγα μέ­τρα δίπλα μας-. Έκαναν “κοντρόλα” όπως έλεγαν.

Από το πλήθος που συγκέντρωσαν εκεί χώρισαν αρχικά τα γυναικόπαιδα, Ο επικεφαλής αξιωματικός ανέβηκε στο όχημα του και με αυστηρό ύφος άρχισε να διαβάζει τη μαύρη λίστα που είχε στα χέρια του. Ένας, ένας, που άκουγε το όνομά του, διάτασσε να προχωρεί μπροστά. Έτσι διάλεξε Δέκα προγραμμένους άνδρες, και ανήγγειλε ψυχρά την απόφαση ότι θα τους εκτελέσουν. Ως αντίποινα λέει του φόνου του φίλου τους από τους αντάρτες.

Η ανακοίνωση, ήταν επαλήθευση της πρόβλεψης που έκανε η χήρα του νεκρού Δαμάσκου κατά την ταφή του άντρα της, «Σήμερα θρηνώ εγώ, μα αύριο θα θρηνήσει ολόκληρο το χωριό». Όπως κι έγινε.

Επίλεκτα κι αντιπροσωπευτικά της κοινωνικής διαστρωμάτωσης των Μοιρών τα «εξιλαστήρια θύ­ματα» ήταν  :

  • Παπαδάκης ή Τσαγκαράκης Νικ. , ο Δ/ντής του Δημοτικού Σχολείου Μοιρών.
  • Μπόλαρης Απόστολος, ο Δ/ντής του Δημοσίου Ταμείου Μοιρών,
  • Τζαγκουρνάκης Γεώργιος ο Δ/ντής της Αγροτικής Τράπεζας Μοιρών.
  • Μουντράκης Αλέξανδρος, ο Φαρμακοποιός.
  • Μαριδάκης Μιχαήλ, αγρότης.
  • Σαρουλάκης Μηνάς, επαγγελματίας,
  • Μιγκλάκης Αντώνιος, ξυλουργός,
  • Χουστουλάκης Δημήτριος, αγροφύλακας.
  • Αστρινάκης Κων/νος, καφεπώλης, και
  • Αλεξανδράκης Ηλίας, έμπορος.

Οξυδερκείς οι δύο τελευταίοι και διαισθανόμενοι τις εξελίξεις, διέφυγαν σύλληψή τους στην “κοντρόλα”, αφού είχαν φροντίσει έγκαιρα να εξαφανιστούν στα γύρω χωριά, μετά την εκτέλεση του προδότη. Απ’ αυτούς βέβαια ο μεν Αλεξανδράκης γλίτωσε κι επέζησε τελικά στην Κατοχή, αλλά ο Αστρινάκης συνελήφθη αργότερα.

Η εκτέλεση

Οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες σχημάτισαν πομπή, και υποπτευόμενοι την επίθεση ανταρτών, φρουρώντας με το δάκτυλο στην σκανδάλη, τους οχτώ που συνέλαβαν, κατευθύνθηκαν προς το σημερινό νεκροταφείο.

Με υπερβάλλοντα ζήλο, από κοντά τους, ατρόμητος, ο Πρόεδρος της Κοινότητας Μιχά­λης Ζαχα­ριουδάκης, επιχειρούσε φορτικά, να μεταπείσει τους δήμιους, υποστηρί­ζο­ντας με θέρμη την αθωότητα των δημοτών του. Αμετάπειστοι οι γερμανοί αγγάρεψαν στη συνέχεια νεαρούς έφηβους των Μοιρών, για να σκάψουν τους λάκκους των μελλοθάνα­των στο νεκροταφείο.

Στους εννιά συνολικά πάσσαλους που μπήχτηκαν, ένας μπροστά σε κάθε λάκκο, δέθηκαν έπειτα οι μελλοθάνατοι. Περίσσευε όμως ένας πάσσαλος και η λύση δόθηκε πρόχειρα.

Οι δήμιοι όχι μόνο αγνοούσαν τις εκκλή­σεις και τα επιχειρήματά του Προέδρου Ζαχαριουδάκη, αλλά στρεφόμενοι εναντίον του, τον άρ­παξαν αστραπιαία. Τον έδεσαν και τον έστησαν κι αυτό στη γραμμή, ένατο.

Κι ενώ στήνονταν τα πολυβόλα για να κροταλίσουν, σκηνές εθνι­κού μεγαλείου εκτυλίσσονταν, στον τόπο του μαρτυρίου, που οδηγούσαν στην Αριστοτελική κάθαρση. Με την απροσδόκητη σύλληψη και του Τοπικού άρχοντα των Μοιρών, παλικαρίσια η μορφή του δασκάλου άστραψε από μεγαλοσύνη.

Ο τέως έφε­δρος αξιωματικός και μαχητής των Βαλ­κανικών πολέμων και της Μικρα­σιατικής εκστρα­τείας, δεν λύγισε ούτε λεπτό. Έπαιξε για μια ακόμη φορά το ρόλο του στην τελευταία αυτή πράξη του τοπικού δράματος. Δε δείλιασε, ούτε δίστασε μπροστά στις κάνες των πολυβόλων, αλλά υπήρξε καταλύτης των επιθανάτιων εκείνων σκηνών υπερβαίνοντας την αν­θρώπινη φύση του. Έδειξε έμπρακτα πλέον πως όσα δίδασκε μια ζωή, στους μαθητές του, δεν ήταν λόγια αλλά αξίες και στάσεις ζωής.

Στιγματίζοντας, από τη μια τις ενέργειες των κατακτητών, με τα πύρινα λόγια του αναπτέρωνε το φρόνημα κι ενεθάρρυνε τους συγχωριανούς του, πάνω στην κρίσιμη ώρα της αγωνίας. Μιλώντας συνετά και παρήγορα απ’ την άλλη, εμψύχωνε τους παρευρι­σκόμενους κι έδιδε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του τις τελευταίες συμβουλές-υπο­θήκες στο μονάκριβο γιο, το μοναχοπαίδι του Δημήτρη, που αμήχανο και δακρυσμένο λίγο πιο πέρα, μαζί μ΄ άλ­λους συνομηλίκους του, έσκαβαν και το λάκκο του πατέρα του.

Με αφοπλιστική ηρεμία και αγέρωχο ύφος, όλοι οι μελλοθάνατοι στάθηκαν περιφρο­νητικά μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα, τις τελευταίες τους αυτές στιγμές.

« Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα..» κατά τον Οδυσ. Ελύτη.

Και αφού κατά το στρατηγικό δόγμα η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Γεμάτοι ψυχή και αν­δρεία, οι μελλοθάνατοι άρχισαν το τραγούδι, τον ύμνο της Ελευθερίας, κι έψαλαν όλοι μαζί τον εθνικό μας ύμνο. Αντήχησε το νεκροταφείο. Κι αντιβούιξε ο τόπος.

Τι μελωδία θεέ μου!!!.

Ελλάς το μεγαλείο σου”  θα ψιθυρίσει και ο τελευταίος ναζί.

Οι κουζουλοί στηρίζουν την Κρήτη” γράφει ο Καζαν­τζάκης, έχοντας κατά νουν τέτοιες, ασύλληπτες εικόνες. Σκηνές που άφησαν άφωνους, αμήχανους, σκυθρω­πούς κι αυτούς τους άχαρους εκτελεστές, στο ρόλο τους.  Αυτοί αντιλαμβάνονται την αδυναμία τους να τιθασέψουν και να ταπει­νώσουν με τη βία μια χούφτα ανθρώπους, που διαπιστώνουν πως δεν είναι πλέον κοινοί θνητοί, αλλά υπεράν­θρωποι. Όχι σαν αυτούς του συμπατριώτη τους Νίτσε, μα πολίτες ελεύθεροι, που πιστεύουν στην Αρετή και θυ­σιάζουν γι αυτήν ότι πολυτιμότερο μπορεί να έχει ο άνθρωπος. Την ίδια την Ζωή του.

Τον εθνικό ύμνο, το τραγούδι της λευτεριάς διάλεξαν και συνέχισαν όλοι μαζί «…μια ψυχή, ένας παλμός και μια καρδιά…» τραγουδώντας, μέχρις ότου κραυγα­λέα παρά­φωνα, ψυχρά κροταλίσματα διέκοψαν την αρμονία. Το λιωμένο ατσάλι που ξέρα­σαν τα γερμανικά όπλα πάνω στα εξαϋλωμένα ηρωικά κορμιά, πάγωσε το χρόνο. Χά­λασε το μέτρο, διέκοψε το ρυθμό, θρυμμάτισε την αρμονία και το τραγούδι έσβησε, για ν’ ακουστεί απόκοσμο το επιτάφιο «Ω γλυκύ μου έαρ!!!». Ήταν Άνοιξη βλέπετε.

Εννιά αγέρωχα σώματα, διάτρητα από τα φονικά πυρά, σωριάστηκαν χωρίς πνοή, στη μυρωμένη από τα άνθη του Μαγιού χορταριασμένη μοιριανή γη.

Λάγνη η φύση τα δέχτηκε στα στολισμένα από αγριολούλουδα σεντόνια της, τα αγκά­λιασε σφιχτά, κοντά της παντοτινά δικά της, όταν η ψυχή τους φτερού­γιζε στα ουράνια.

Δεν πέθαναν όμως,  κι ούτε θα πεθάνουν, όσο εμείς θυμούμαστε το χρέος μας.

Γιατί και όπως εύστοχα σημειώνει ο ποιητής στη ”Ρωμιοσύνη” του :

« Κάτω απ’ το χώμα, μες τα σταυρωμένα χέρια τους

κρατάνε της καμπάνας το σκοινί- Προσμένουνε την ώρα,

δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,

προσμένουν να σημάνουν την ΑΝΑΣΤΑΣΗ».

Άλλωστε, μόνο «…τότες πεθαίνουν οι νεκροί, όταν τους λησμονάμε..».

Η εκτόπιση των γυναικόπαιδων

Θολωμένο από το αίμα, μοβόρο θηρίο ο κατακτητής, δε χόρτασε σάρκες, δεν πότισε τη δίψα του στο αίμα που έρεε αχνιστό. Δεν απόλαυσε το μακά­βριο θέαμα του νεκρικού σπασμού. Η λεβεντιά των παλικαριών και η πε­ριφρόνηση του θα­νάτου, το εξερέθισε ακόμη περισσότερο, ώστε να στραφεί μανιασμένο και κατά των οικογενειών των θυμάτων.

Κυνήγησε τα ορφανεμένα και απροστάτευτα γυναικόπαιδα, πριν καλά-καλά συνειδη­το­ποιήσουν τη συμφορά που τα έπληξε. Μέσα σε λίγο χρόνο (δύο μόλις ώρες έδωσε προθεσμία) κάτω από την απειλή της ίδιας πυρωμένης κάνης που άχνιζε ακόμα, συγκέντρωσε τις οικογένειες όλων των θυμάτων μαζί. Τις φόρτωσε κακήν κακώς, σε φορτηγό στρατιωτικό όχημα, και τις εκτόπισε απροστάτευτες.

Χωρίς κανένα οίκτο, χωρίς καμία μέριμνα, χωρίς κανένα εφόδιο, ή πόρο ζωής.

Ρητή ήταν κι από πάνω η απειλή απα­γόρευσης της επιστροφής, επί ποινή θανάτου.

Και το ένα μαρτύριο ακολουθεί το άλλο. Το μαρτύριο του εκτοπισμού τώρα σε απροστάτευτες χήρες, εγκυμονούσες και ορφανά ήταν διαρ­κείας, με στερήσεις και κακουχίες 6-8 μήνών, Στο διάστημα αυτό της εξορίας, γέννησαν μάλιστα τέσσερις από τις εγκυμονούσες τα κυοφορούμενα ήδη τέκνα των εκτελεσμένων συζύγων τους[2].

Ο Αστρινάκης όπως είπαμε συνελήφθη αργότερα,  για να υποστεί φρικτό, μαρ­τυρικό θάνατο. Οι ναζί ενήργησαν πανούργα, μεθόδεψαν τις ενέργειές τους για  να αποσπάσουν πληροφορίες γύρω από τους συνεργάτες του αγωνιστές κι αντάρτες. Τον απελευθέρωσαν προσω­ρινά κάτω από στενή παρακολούθηση. Όταν διαπίστωναν πως ματαιοπονούσαν, χρησιμοποίη­σαν ότι πιο σατανι­κής έμπνευσης πρακτική και εργαλεία μπορεί να σοφιστεί ένα αρρω­στημένο μυαλό. Δεμένο, μες στη φυλακή, τον κτυπούσαν με ρόπαλο, πάνω στο οποίο είχαν καρφώσει χοντρά και μυτερά καρφιά, κα­ταξεσκίζοντας αργά τις σάρκες του.

Με τον θηριώδη αυτό τρόπο θα­νατώθηκε από τους πο­λιτισμένους κατακτητές και ο δέκατος των μαρτύρων, στα κρατητήρια της Γκεστάπο Μοι­ρών, 6/7/1942. Ένα μήνα περίπου μετά την εκτέλεση των άλλων εννιά στο νεκροταφείο.

Οι γοερές κραυγές του μαρτυρίου από το ξέσχισμα των σαρκών του, στοιχειωμένες ηχούν από­κοσμες. Κατάρα γι αυτούς που δε γνώριζαν ή που δεν έκαμαν το χρέος τους. Βουίζουν ακόμη και στα αυτιά του ομιλούντος, που από τα πρώτα παιδικά χρόνια οι δικοί του, αυτήκοοι μάρτυρες των απίστευτων γεγονότων, φρόντισαν να χαραχτούν παρα­στα­τικά, βαθιά μέσα στη μνήμη και την ψυχή του.

Η έκταση των τιμών

Η απόδοση τιμών εκ μέρους του Δήμου μας σήμερα περιορίζεται επετειακά στους πιο πάνω ηρωικούς Δέκα μάρτυρές του. Ελάχιστος φόρος τιμής όμως απλώνεται και στους συνδημότες μας εκείνους που έπεσαν  θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Που με τον ένα ή άλλο τρόπο πότι­σαν κι αυτοί με το αίμα τους το δεντρί της Λευτεριάς του Τόπου, μέσα, κοντά ή και μακριά του ακόμη. Και είναι πολλοί. Ενδεικτικά μνημονεύονται περι­πτώσεις όπως :

Ιωάννης Γεωρ. Κανακαράκης, παντοπώλης στις Μοίρες, μέλος της Εθνικής Αντιστασιακής Ορ­γάνωσης «Ψηλορείτης», πιάστηκε για οπλοκατοχή Μάρτιο 1942. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Γερμανία, όπου θανατώθηκε 20 Ιανουαρίου 1944.

Γρηγόριος Γεωρ. Φραγκιαδάκης, κάτοικος Βαλή-Γκαγκαλών. Συνελήφθη ως αντι­στασιακός και φυλακίστηκε στις Μοίρες. Ύστερα από εξαντλητικές ανακρίσεις και βασανι­σμούς για ομολογία της δράσης του και απόσπαση πληροφοριών, οι γερμανοί αποφάσισαν να τον εκτελέσουν. Οδηγώντας τον για το νεκροταφείο στις 17/7/1942, μετά από άγριο ξυ­λοδαρμό, τον εκτέλεσαν καθ’ οδόν στη διασταύρωση του δρόμου προς την Πόμπια.

Δημήτριος Εμμ. Χανδράκης, 75χρονος αγρότης. Συνελήφθη για οπλοκατοχή. Καταδικάστηκε σε 15/ετή φυλά­κιση. Πέ­θανε από βασανιστήρια και κακουχίες 9/2/1944.

Σάββας Μαυροπετσάκης αγρότης. Έπεσε διάτρητος από τα πυρά γερμανού σκοπού, που φύλαγε μπρο­στά στο τότε δημοτικό μας Σχολείο, όταν αργά το βράδυ 15/9/1944 βγήκε στην αυλή του για να φροντίσει τα ζώα του.
Σταύρος Ανδρεαδάκης : 17/χρονος αγροτοκτηνοτρόφος. Μετάφερε με το γάιδαρο του, όπλα κρυμμένα μέσα σε φορτίο από σφάκες από τον Τσού­τσουρα στο Μεσοχωριό. Σε ενέδρα γερμανικής περιπόλου διατάχτηκε να ξεφορτώσει το υποζύγιο, για ν’ αποκαλυ­φθεί έτσι το προ­δομένο φορτίο του. Συνελήφθη αμέσως. Δέσμιος οδηγήθηκε από τον Χάρακα στις Μοίρες (Ιούλιο1944). Εδώ του κάψανε το σώμα με πυρωμένο σί­δερο, για να μαρτυρήσει τους συνεργάτες του. Του βγάλανε τα νύχια, τα δόντια, τα μά­τια. Του κόψανε τ’ αυτιά και τέλος βάλανε ένα τανκ και τον άλεσε, μπροστά στα γραφεία της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης Μοιρών.

Η απόδοση δικαιοσύνης

Μετακατοχικά μια παρωδία δίκης στο Ηράκλειο, παρέκαμψε έντεχνα το θέμα κα­ταλογισμού ευθυνών στους δοσίλογους. Η ανώμαλη τότε κατάσταση πραγμάτων και η παρέλευση του χρόνου άφησε να ξεθωριάσει η υπόθεση. Δικαιοσύνη δεν αποδό­θηκε. Οι ένοχοι της Τραγωδίας των Μοιρών έπεσαν μεν σε ανυποληψία, στην κοινή περιφρόνηση αλλά και στο κυνήγι των Ερινυών, που δεν έπαψαν να τους κυνη­γούν. Ίσως ήταν η πιο ουσιαστική τιμωρία τους. Αραίωσαν όμως σιγά-σιγά, μόνοι τους κι έπειτα από οικογενειακά δράματα εγκατέλειψαν το χώρο των εγκλημάτων τους, τη μαρτυρική γη των Μοιρών.

Ήταν βαρύ το κλίμα και δεν τους σή­κωνε άλλο.

Οι δε οικείοι των θυμάτων αβοήθητοι τράβηξαν το Γολγοθά τους ως την κορυφή, με δεδομένη δυστυχώς και την αστοργία της τότε πολιτείας. Με αξιοθαύμαστη όμως καρτερικότητα κι αξιοπρέ­πεια υπέμειναν κι αυτή τη δοκιμασία, χωρίς ν’ αφήσουν περιθώρια προσβολής και νό­θευσης της μνήμης αλλά και της έννοιας της θυσίας των δικών τους.

Κρίσεις,  σχόλια, στοχασμοί :

Όσο περνούν τα χρόνια, τα γεγονότα των ημερών εκείνων για τα οποία μιλούμε σή­μερα, σαν το παλιό κρασί που όσο παλιώνει, τόσο γλυκό κι εύγευστο γίνεται, απο­κτούν για τον σύγχρονο άνθρωπο, τον έλληνα, τον  κρητικό, τον Μοιριανό, βαρύτητα, χρησι­μότητα, σπουδαιότητα και διαχρονική αξία. Η χρονική απόσταση εξήντα πλέον ετών, από τα γεγονότα απομυ­θοποιεί τις καταστάσεις.

Η θυσία των παλικαριών και το ηθικό τους ανάστημα, οριοθετούν διαχρονικούς συμ­βο­λι­σμούς. Επιτρέπει αποστασιοποιημένοι κι απαλλαγμένοι από συναισθηματι­σμούς και άλλου είδους φορτίσεις του παρελθόντος, να σταθούμε αντικειμενικά και να τους επισημά­νουμε. Να εμβαθύνουμε περισσότερο στην ουσία των πραγμάτων, για να στοχαστούμε, να φιλοσοφήσουμε, να προσεγγί­σουμε καλύτερα την αλήθεια αλλά και να απολαύσουμε το νόημα και το μεγαλείο της θυσίας.

Οι τιμούμενοι σήμερα, πρέπει να επισημά­νουμε πως γεννήθηκαν με σάρκα και οστά καθώς και με όλες τις ανθρώπινες αδυνα­μίες που μπορεί να έχει ένας θνητός. Θα μπορούσαν να έχουν ολιγωρήσει. Να είχαν αποποιηθεί των ευθυνών τους, και αλληλοκατηγορούμενοι να προσπαθούσαν να σώσουν το σαρκίον τους.

Θα μπορούσαν ασήμαντοι να έχουν τελευτήσει το βίο ήρεμα και ειρηνικά, όπως κάθε φυσιολογικός, απλός, άνθρωπος. Μα θα παρέμεναν αφανείς και κοινοί θνητοί. Όπως τόσα εκατομμύρια άλλοι.

Δεν μελέτησαν, δεν σχεδίασαν, ούτε επεδίωξαν να γίνουν μάρτυρες και ήρωες. Οι συγκυρίες και οι περιστάσεις  πρόβαλαν στην πορεία τους το μεγάλο δίλημμα και τους επέ­τρεψαν τις επιλογές : Ελευθερία ή θάνατος. Φως ή σκοτάδι, Θέωση ή ταπείνωση. Κι άρ­παξαν την ευκαιρία. Αξιοποίησαν τη δυνατότητα, κι επέλεξαν.

Προτίμησαν συνει­δητά : το φως, τη λευτεριά, την αιωνιότητα, την θέωση.

Από την ανθρώπινη φύση, πέρασαν συνειδητά στην υπέρβαση, τη μετάσταση, τη μεταρ­σίωση, την ανύψωση στο θείο, στο ξεχωριστό, στο αιώνιο. Οι τιμούμενοι ξεπέρασαν την υλική τους υπόσταση κι ενσυνείδητα έγιναν ιδέα. Με την υπέρβαση αυτή, επέτυχαν την αφθαρσία  και πέρασαν στο χώρο της Αιωνιό­τητας. Έτσι ξεχώρισαν και θα ξεχωρίζουν στο διηνεκές. Ανήκουν πλέον στο πάνθεον της Αθανασίας και ως τέ­τοιοι ξεχωριστοί άνθρωποι, ήρωες πλέον, πρέπει να τιμούνται.

 

Αθάνατοι,  ήρωες και μάρτυρες των Μοιρών, !!!

  • Με το αίμα σας γράψατε ιστορία και αφήσατε υποθήκες στους νεότερους.
  • Χαράξατε φωτεινή την πορεία προς την αρετή. Επαληθεύοντας το αξίωμα πως «…θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία»
  • Διδάξατε την παγκό­σμια κοινότητα, πως σκέπτονται, πως ενεργούν, αλλά και πως πεθαίνουν, οι ελεύθεροι άνθρωποι. Αυτοί που κατά την πρακτική του εθνικού εμβατηρίου «…ξεψυχούνε τραγουδώντας Χαίρε ω Χαίρε Ελευθερία ».
  • Στη βία των όπλων, αντιτάξατε το χαμόγελο, την ανωτερότητα, την ανθρώπινη αξιοπρέ­πεια, την ομοψυχία, την καρτερικότητα και κυρίως το τραγούδι.

Αυτό ήταν, είναι, και θα είναι, το μεγαλείο σας.

  • Δεν σας ταιριάζουν δάκρυα και θρήνοι. Παιάνες, σας ταιριάζουν, εμβατήρια και ύμνοι, γιατί τραγουδώντας πέσατε αλλά μείνατε όρθιοι, φρουροί και δείχτες των ακατάλυτων αξιών και ιδανικών της ελληνικής πατρίδας και φυλής.

 

Αποτελεί λοιπόν το σημερινό Μνημόσυνο, Διδαχή, μάθημα Τοπικής Ιστορίας για τους νεότερους-γιορτή των Μοιρών, καθήκον ευ­γενικής ανταπόδοσης, ελάχιστο φόρο τιμής κι ευ­γνωμοσύνης της γενέτειράς σε Σας τα επιφανή και δοξασμένα παιδιά του, τους ήρωές του.

 

« Αιωνία σας η μνήμη» !!!

*          Ο κ. Γιώργος Πατεράκης είναι τέως Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης και ιστορικός

[1] Γ.Μ.Πατεράκη «Ο καπετάν Πετρακογιώργης» Έκδ. Συλλόγου Μεσαριτών  «Η Γόρτυς» Ηράκλειο 1983 σελ 37

[2]           Τα 4 τέκνα αυτά ήταν : Ζαχαριουδάκη Ελευθερία, κόρη του Δημάρχου, Δήμητρα Χουστουλάκη, κόρη του αγροφύλακα, Μαριδάκη Ειρήνη,  Κωστής Αστρινάκης, γεννήθηκε στις Μάκρες.