«Σαν ένα ατίθασο άλογο, που έπρεπε να το καθοδηγήσεις»

141

Τελικά, η φωτογραφία της Ειρήνης Παπά με τον Μανοέλ ντε Ολιβέιρα να στροβιλίζονται στον ρυθμό του βαλς δεν βρέθηκε. Αναστατώθηκε κόσμος, ερευνήθηκαν αρχεία, τίποτα. Συναντήθηκαν στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1997, όπου ο Πορτογάλος σκηνοθέτης παρέλαβε από τα χέρια της Ειρήνης Παπά (τιμώμενης επίσης στο ίδιο φεστιβάλ) τον Χρυσό Αλέξανδρο για το έργο του. Ισως ξανασυναντήθηκαν το 2003, καθώς η Ελληνίδα ηθοποιός συμμετείχε στις ταινίες του Ολιβέιρα. Πότε χόρεψαν, όμως; Εχει σημασία; Αρκεί ότι η σκηνή περιγράφεται από αυτόπτες μάρτυρες, έχει καταγραφεί στη μνήμη, διαδίδεται, είναι τόσο αιθέρια η αίσθηση, ώστε λίγο ενδιαφέρει το πότε. Ο χρόνος από την περασμένη Τετάρτη, που η μοναδική Ειρήνη Παπά έφυγε από τη ζωή στα 96 της, μετράει ούτως ή άλλως μυθοποιητικά. Αυτή η τόσο γήινη, ανυπότακτη γυναίκα, με την καθηλωτική ομορφιά και το πλούσιο ταλέντο, ταξίδεψε την Ελλάδα σε όλον τον κόσμο και μας ταξίδεψε με την παρουσία της, τη φωνή της, τις κινηματογραφικές ερμηνείες της.

Οπως γράφει και ο Μιχάλης Κακογιάννης στη βιογραφία του («Σε πρώτο πλάνο», του Χρήστου Σιάφκου, εκδ. Ψυχογιός): «Η σχέση μου μαζί της ήταν άγρια. Σαν να έχεις ένα ατίθασο άλογο, που είναι μεν υπέροχο, αλλά που πρέπει να το υποτάξεις για να το καθοδηγήσεις».

Η συνεργασία τους αποτυπώθηκε σε θρυλικές εμφανίσεις της Ειρήνης Παπά στην οθόνη, όπως στην «Ηλέκτρα» (1962), στις «Τρωάδες» (1971), στην «Ιφιγένεια» (1977). Γράφει ο Μιχ. Κακογιάννης: «Όσο για την Ειρήνη Παπά, αντικειμενικά ήταν η καλύτερη Ωραία Ελένη (σ.σ. “Τρωάδες”). Έκανε τεράστια προσπάθεια μέχρι που εμφανίστηκε κάποια στιγμή θεόγυμνη μέσα από τις μπάρες της φυλακής, που υποτίθεται πως την είχαν κλεισμένη οι Έλληνες. Για μένα η Ωραία Ελένη είναι μια δυνατή κι επινοητική γυναίκα. Όχι η γατούλα που παρουσιάζουν συνήθως. Κι έτσι ακριβώς εμφανίστηκε η Ειρήνη».

Και ανακεφαλαιώνοντας την πολύχρονη σχέση τους παρατηρεί:

«…Τώρα σκέπτομαι πως την ξεκίνησα ως “Ηλέκτρα”, πέρασε κοντά μου από ρόλους και ρόλους στον κινηματογράφο και στο θέατρο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και ολοκληρώσαμε με κωμωδία (σ.σ. “Πάνω, κάτω και πλαγίως”, 1993). Εκτός από τη δική μου πρόθεση απέναντί της ήθελε κι εκείνη να παίζει σε όλες μου τις ταινίες. Κι ακόμα τα χαρακτηριστικά της Ειρήνης, αυτή η μελαχρινάδα, η ελληνικότητά της, η έντονη προσωπικότητά της ήταν ιδανικά για μένα».

Πηγή: kathimerini.gr