Ο Ψηλορείτης φλέγεται, καίγονται και τα Σκούρβουλα…

1201

Γεώργιος Μιχ. Πατεράκης ( Εκπαιδευτικός – Δρ. Επιστημών της Αγωγής ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)

Όπως συνηθίζεται σ’ αυτόν τον τόπο, από τα πανάρχαια χρόνια, τέτοιες μέρες οι ντόπιοι, οι δημότες Φαιστού, ανηφόριζαν ευλαβικά στους πρόποδες του Ψηλορείτη για λατρευτικούς σκοπούς. Για να προσκυνήσουν τον βασιλιά θεών και ανθρώπων Δία – στο Ιδαίον άντρον, σε ανάμνηση της ανόδου του Μίνωα στο ιε­ρό όρος της Ίδης.

Παρακάμπτοντας τα αιώνια αυτά πρωτόκολλα και έθιμα, εμείς σήμερα, οι δημότες Φαιστού πάλι, συγκεντρωθήκαμε από ιερό καθήκον, ταπεινοί προσκυ­νητές για άλλους λόγους, εξίσου ιερούς και επιβεβλημένους, όπως:

  • Να τιμήσουμε με την εδώ παρουσία μας, ηρωικούς νεκρούς, θύματα της ναζιστικής θηριωδίας, την ύστερη περίοδο της Γερμανικής κατοχής.
  • Να θυμηθούμε –αυτό θα πει μνημόσυνο– και να προσεγγίσουμε συμμε­τέχοντας νοερά, σε όσα εξελίχτηκαν εδώ, 67 χρόνια πριν.
  • Να καταλήξουμε σε χρήσιμα συμπεράσματα, για το μέλλον.

Ας δούμε λοιπόν το σκηνικό του δράματος της θυσίας.

Αύγουστο 1944, πρόπαραμονές της Παναγίας, το χωριό Σκούρβουλα ετοιμάζεται να γιορτάσει ανάλογα, τη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης.

12 Αυγούστου, μάλιστα, μικροί και μεγάλοι είναι απορροφημένοι σ’ ένα δημιουργικό οίστρο, ευγενούς άμιλλας. Καθαρίζουνε την πλατεία του χωριού, για λύρα, χορό και τραγούδι.

Μέσα στην χαρούμενη ατμόσφαιρα αυτή, εμφανίζονται ξαφνικά και ανεπιθύμητα οι μορφές δυο γερμανών «αυγουλάδων». Κλεφτικοτάδων, δηλαδή στρατιωτών, από το Τυμπάκι, που αποτελούν χασμωδία, στο τοπίο, για να μαζέψουν αυγά.

Από καθήκον, ο Πρόεδρος της κοινότητας, έσπευσε να τους φροντίσει και να τους ξεφορτωθεί γρήγορα, προσφέροντάς τους τα αυγά, για τα οποία είχαν έλθει.

Ικανοποιημένοι αυτοί πήραν το δρόμο της επιστροφής, καβαλάρηδες και σε κατάσταση ευθυμίας. Μα στο γυρισμό τους, έπεσαν στην ενέδρα τριών ελεύθερων σκοπευτών ανταρτών, που κρυμμένοι στο ρυάκι, λίγο πιο έξω από το χωριό, τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν.

Η εκπυρσοκρότηση των αντάρτικων όπλων, έκανε αμέσως γνωστά τα γεγονότα, που πάγωσαν την ατμόσφαιρα, από αμηχανία.

Τον προηγούμενο χρόνο (Σεπτέμβρη 1943) η Κρήτη είχε πληρώσει ακριβά, ανάλογες δραστηριότητες. Ο εχθρός, είχε καταστρέψει ολοκληρωτικά τα χωριά της Βιάννου, αφήνοντας πίσω του νεκρούς, στάχτες και ερείπια.

Πρώτη λαϊκή αντίδραση στα Σκούρβουλα, εν αναμονή αντιποίνων, ήταν η απόφαση να εγκαταλείψουν οι άνδρες το χωριό.

Την επαύριο, κι ενώ συνεχίζονταν οι ετοιμασίες, δεν άργησαν να φανούν οι αντιδράσεις του εχθρού. Λόχος Γερμανών κατευθύνεται στο χωριό και μαζεύει στην πλατεία, όσα γυναικόπαιδα είχαν παραμείνει.

Ξεχώρισαν τη δασκάλα και κάποιες γυναίκες του χωριού. Τις επίταξαν και χρησιμοποιώντας τις ως προκάλυμμα στη συνέχεια, πήραν το δρόμο της επιστροφής, μοιράζοντάς τις ομήρους ενδιάμεσα, στην φάλαγγα της εφ’ ενός ζυγού, πορείας τους.

«…Είναι εκτός περιγραφής ο πανικός των Γερμανών αυτών…» σημειώνει ο καπετάν Πετρακογιώργης στα σημειώματα ενημέρωσης που στέλνει και πληροφορεί τους ανωγειανούς αντάρτες, για τις εξελίξεις, στον χώρο του.

Μετά από ανακρίσεις και σύντομη φυλάκιση, οι Γερμανοί απελευθέρωσαν τις γυναίκες, εκείνες το βραδάκι.

Ολόκληρος ο Ψηλορείτης φλέγεται από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ξημερώματα, Παραμονής της Παναγίας, 14 Αυγούστου, όμως γερμανική φάλαγγα κατευθύνεται ξανά στα Σκούρβουλα. Μια φούχτα σιδηρόφραχτοι στρατιώτες, στήνουν δειλά-δειλά, τις μηχανές του θανάτου.

Η ανάσα του καπετάν Πετρακογιώργη και των ανταρτών του, πάνω στο βουνό, τους κάνει νευρικούς, τους κόβει τα γόνατα. Βρίσκονται στην περιοχή του. Δεν γνωρίζουν που κρύβονται, αλλά τρέμουν στην ιδέα της ξαφνικής επέμβασής τους. Και μόνο η σκέψη του, εξάπτει την φαντασία, τους τρομοκρατεί και τους πανικοβάλλει.

Σπασμωδικά, συνεχίζουν όμως τη μακάβρια αποστολή τους.

Άλλοι πιο πέρα με σπρωξιές και αγριοφωνάρες, εκτονώνουν τον τρόμο τους περισσότερο. Έτσι μαζεύουν γυναικόπαιδα και όσους άνδρες συναντούν στο δρόμο τους, τους οδηγούν βίαια στον τοίχο.

Υπάρχει σύγχυση και στις δύο πλευρές.

Απορία για το τι θ’ ακολουθήσει.

Τί είδους πανηγύρι θα ’ναι το φετινό; Δυο νεκροί γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στο χωριό. Τί θα γίνει;

Την απάντηση θα δώσουν σε λίγο τα κροταλίσματα των πολυβόλων.

Μα πριν προλάβουν αυτά, μαυροφορεμένες, λυγερόκορμες, ξερακιανές φιγούρες, προβάλουν να πάρουν το λόγο. Χορός αρχαίου δράματος.

Προπέτισσες και λαλίστατες, αγράμματες, φτωχές γυναίκες με χαραγμένα τα χέρια από τις δουλειές και τα πρόσωπα, από τις κακουχίες και τις στερήσεις, παίρνουν θέση σε μια υπερκόσμια τελετουργία.

Θα ψάλλουν τον παιάνα της αρετής και της τιμής; κατά που έχουν μάθει στα σχολεία, που δεν φοίτησαν ποτές τους; Στα σχολεία της ζωής και του νοικοκυριού.

Πανάρχαιο έθιμο στα μέρη αυτά, τον ύμνο του Δία, έψαλαν οι παππούδες και γιαγιάδες τους, παίρνοντας δύναμη και ευλογία για καλή σοδειά, υγεία και ευτυχία στη ζωή τους. Απολαμβάνοντας συνάμα το μυρωμένο αγέρι του Ψηλορείτη και το μεγαλείο της θείας δημιουργίας.

Ατρόμητες λοιπόν προτάσσουν τα στήθη με περιφρόνηση στο θάνατο. Και ενώ γνωρίζουν πως έρχεται, τον υποδέχονται ψύχραιμα και στωικά.

Η μια φιγούρα μάνας, από το πλήθος μέσα, πετιέται ξαφνικά και ζητά να πάρει τη θέση της μελλοθάνατης κόρης της, Κλεονίκης, στον τοίχο.

Μια άλλη σύζυγος, σπεύδει αλαφιασμένη να προλάβει στον τόπο του μαρτυρίου. Προβάλλει ζητώντας να πάρει τη θέση του μελλοθάνατου άνδρα της.

Καθένας που παρίσταται, μετέχει ενεργά στα δρώμενα, παραδίδοντας μάθημα ανθρωπιάς, ανωτερότητας, αξιοπρέπειας, αυταπάρνησης και αυτοθυσίας. Ανταγωνίζονται ποιος θα ανταμώσει πρώτος το θάνατο.

Η ενορχηστρωμένη αυτή μέθεξη του απλού κόσμου, ηλεκτρίζει και ξαφνιάζει ακόμη περισσότερο. Ποιος να τους συντονίζει άραγε;

Οι πρωταγωνιστές του σκηνικού ναζίδες δήμιοι, υποχωρούν σε δεύτερη μοίρα, αποχαυνωμένοι από τα δρώμενα. Εκτός από την απειλή επέμβασης των ανταρτών, τα χάνουν ακόμη περισσότερο, από τα γεγονότα, με τις «Κουζουλές και τους Κουζουλούς» που ανακαλύπτουν πως έχουν μπροστά τους. Δεν γνωρίζουν καλά, και δεν έμαθαν ακόμα, με τι ράτσα έχουν να κάμουν.

Μέσα στη ρουτίνα της φονικής αποστολής τους, στεντόρεια η φωνή της κορυφαίας του χορού τους ξυπνά από το λήθαργο:

– «Μιλεί μωρέ κιανείς σας ελληνικά;» Ρωτά με αυστηρότητα.

– «Τι θες;» αποκρίνεται κάποιος.

Τότες αστράφτει και βροντά. Τα λόγια της κοφτά και μετρημένα, λυγίζουν σίδερα. Σπούνε κόκαλα, τσακίζουν ψυχές, υποτάσσουν δειλούς.

Ο τόνος της φωνής της, καθυποτάσσει σε λιτό ύφος:

– Πες τους:

Γνωρίζουμε πως θ’αποθάνουμε, μα δεν μας γνοιάζει. Πεθαίνουμε για την πατρίδα μας.

–   Είστε άτιμοι και άνανδροι.

Εξευτελίσατε την έννοια του ανδρισμού και της λεβεντιάς.

–   Να πάτε να αναμετρηθείτε άντρες με άντρες, αν είστε άντρες. Και όχι με άοπλες γυναίκες.

Οι άντρες μας σας περιμένουνε σε μαρμαρένια αλώνια, αν έχετε κότσια να τους συναντήσετε.

–   Αποτελείτε όνειδος της ανθρωπότητας και θα ντρέπεστε στο μέλλον για τα κατορθώματά σας…

Μα, τον ειρμό των λόγων της διέκοψε ψυχρά, το κροτάλισμα από τις κάνες των πολυβόλων. Μόνο έτσι σιώπησε, για να ακολουθήσει αίμα, καπνός, πόνος, θάνατος, κάθαρση, εξαΰλωση.

Τριανταέξι πτώματα. Εικοσιδυό γυναίκες και δεκατέσσερις άνδρες, έγειραν νεκρά στο χώμα των Σκούρβουλων.

Και μετά;

Μετά προκύπτουν εύλογα, πολλά ερωτηματικά και κυρίως: Πού ήταν οι αντάρτες μας; Ο αρχηγός; Τί συνέβη και απουσίασαν; Γιατί έτσι;

Προτίμησα, αγαπητοί μου και προέταξα τη λογοτεχνική-φιλολογική, προσέγγιση του χρονικού της εκτέλεσης, για λόγους συναισθηματικούς και βιωματικής προσέγγισης του επιμνημόσυνου κλίματος των γεγονότων.

Η ιστορική προσέγγιση είναι πληθωρική σε ύλη και απαιτεί χρόνο πολύ περισσότερο ίσως, απ’ όσο μας παρέχει η σύντομη επιμνημόσυνη αυτή τελετή.

Δεν μπορούμε όμως και να την αντιπαρέλθουμε σιωπηλά.

Ντουκουμέντα και στοιχεία, που ανασύρονται καθημερινά από την ερεύνα, είναι πολλά και σπουδαία. Σύντομα, ο ιστορικός θα είναι σε θέση, για πλήρη αποτύπωση, αναπαράσταση και απόδοση της αλήθειας.

Πολύ περιληπτικά λοιπόν και συνοπτικά αναφέρουμε έτσι ότι:

Το έτος 1944 είναι από τα πιο σημαντικά της κατοχικής περιόδου στην Κρήτη. Στη διάρκειά του συναντούμε τις πιο δύσκολες συγκρουσιακές κατα­στάσεις και αντιστασιακά γεγονότα των χρόνων της Κατοχής, όπως:

  • Η απαγωγή του στυγερού κατασκόπου Αναστάση Συμεωνίδη, μέσα τ’ Απρίλη,
  • Η απαγωγή του Στρατηγού Φον Κράιπε, 26 Απριλίου,
  • Το Παγκρήτιο Σαμποτάζ της 23ης Ιουλίου,
  • Το σαμποτάζ της Δαμάστας, 8 Αυγούστου,
  • Το Ολοκαύτωμα των Ανωγείων, 13 Αυγούστου,
  • Οι εκτελέσεις των αμάχων στα εδώ χωριά της Ρίζας,
  • Η μάχη της Φοινικιάς και
  • Η παράδοση της πόλης του Ηρακλείου, από τους κατακτητές.

Ειδικά ο μήνας Αύγουστος του 1944, φλέγεται κυριολεκτικά.

Από μια έκθεση των τελευταίων, τότε συμβάντων, πληροφορούμαστε για την κατάσταση στο θέρετρο των επιχειρήσεων του Ψηλορείτη:

«Την 13ην μηνός Αυγούστου ήρχισαν συγκεντρούμεναι περί τα κράσπεδα του Ψηλορείτη και συγκεκριμένως εις τα χωρία Ανώγεια, Κρουσώνα, Ασίτες, Ζωνιανά, Λειβάδια, Αβδελά, Μαργαρίτες, Κουρούτες και των τοιούτων περιοχής Μεσσαρίτικης ρίζας, μεγάλαι Γερμανικαί δυνάμεις, υπολογισθείσαι τελικώς περί τα 10 τάγματα, ήτοι περίπου 5.000 άνδρες με πυροβολικόν, όλμους και ασυρμάτους.»[1]

Από άλλο έγγραφο, που ήρθε στη δημοσιότητα πρόσφατα, πληροφορούμαστε:

Αγαπητέ Κουμπάρε,

Τα γεγονότα της Μεσσαράς είναι ότι εις Φανερωμένην είναι δύο αυτοκίνητα νεκροί και τραυματίαι.

Εις την ανατίναξιν Μοιρών, Βόρρων, άγνωστοι πόσοι.

          Εις Σκούρβουλα έκαμαν κύκλωσιν αλλά οι άνδρες έφυγαν.

          Το πυροβολικόν έβαλε χθες βράδυ εις Σκούρβουλα και χάλασαν δύο οικίαι και εφονεύθησαν ζώα πολλά. Πυροβόλα ανέβασαν εις τον Κούλε Μαγαρικαριανό.

Εις Γρηγοριάν έκαμαν κακοποιήσεις μόνον, χωρίς θύματα.

          Διατελώ αδελφικά Οδυσέας [2]

Ο καπετάν Πετρακογιώργης με τους αντάρτες του, πλήρως εξοπλισμένους, όπως αναφέρει ο ίδιος στην έκθεσή του στο Γ.Ε.Σ., «…διέθετα άφθονον πολεμικόν υλικόν και καινουργή οπλοπολυβόλα δια των οποίων προσφάτως με είχον εφοδιάσει οι Αμερικάνοι…» ελέγχει το νότιο τμήμα του Ψηλορείτη.

Βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία και διαρκή επικοινωνία με τους Ανωγειανούς αντάρτες στο βόρειο μέρος του.

Περιφέροντας το λημέρι τους από μητάτο σε μητάτο και από μάντρα σε μάντρα, αντιμετωπίζουν από κοινού συνδυασμένες γερμανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις εξόντωσής τους, για τον έλεγχο του Ψηλορείτη, που είναι ζωσμένος τώρα γύρω-γύρω από τον κατακτητή.

Δεν έχουν έτσι περιθώρια επιλογών για πρόνοια ή προστασία αμάχων. Περικυκλωμένοι, ούτε και την ατομική τους ακεραιότητα δεν μπορούν να εγγυηθούν, ενώ δίδουν τον υπέρ πάντων αγώνα, σώμα με σώμα με τους διώκτες τους.

Σημειωτέον ότι πάνω στον Ψηλορείτη, έχει αναπτυχθεί φοβερό δυναμικό πεδίο, όπου βρίσκονται και επιχειρούν, πέραν του Πετρακογιώργη και των Ανωγειανών ανταρτών:

  • Αξιωματικοί σύνδεσμοι του Σ.Σ.Μ.Α.,
  • Η δύναμη του ΕΛΑΣ στη θέση «Τσουνιά». Στο λημέρι τους βρίσκεται ο Αμερικάνος Ταγματάρχης Μπιλ Ρόυς, καθώς και ικανός αριθμός Ανωγειανών, που έχουν εγκαταλείψει το χωριό τους.
  • Ένα κλιμάκιο ασυρμάτου με τους υπευθύνους Άγγλους Αξιωματικούς στον Ψηλορείτη : Τομ Ταμπάμπιν, Τζων Λιούις και Μπιλ Μος.

Στις 13 και 14 Αυγούστου, τα Ανώγεια καίγονται και λεηλατούνται. Οι Ανωγειανοί του Χριστομιχάλη Ξυλούρη, μάχονται στον Ψηλορείτη.

Ο ανωγειανός αντάρτης (Τηλέμαχος Χαιρέτης) μας πληροφορεί: «… Είχαμε ειδοποιηθεί με το Πετρακογιώργη ότι δε μπορεί να δώσομε αλληλοβοήθεια. Δεν μπορούσε να μας ε προσφέρει ο Πετρακογιώργης βοήθεια και μεις να του προσφέρομε.

Τελευταία αποφασίσαμε ότι δεν πρέπει να χτυπήσομε αλλά πρέπει να θυσιάσομε το άψυχο και να σώσομε το έμψυχο. Εγκαταλείψαμε τις θέσεις μας και πήραμε πορεία δυτικά του Ψηλορείτη για να παρακολουθούμε την εξέλιξη των 2.500 κρατουμένων δικών μας (Ανωγειανά γυναικόπαιδα).

Η ένοπλη δύναμη που εβρέθηκε απάνω στο λημέρι μας και ορισμένοι άοπλοι εκατεβήκαμε σ’ ένα σημείο που’ναι οι μάντρες του Αρκαδίου στον Άγιο Κωνσταντίνο, εκεί εστρατοπεδεύσαμε προσωρινά…».

Συντονισμένος στην γενική κατάσταση αυτή και ο Πετρακογιώργης την 14η Αυγούστου 1944, δίδει μάχη, σώμα με σώμα, στη θέση Μαδαρή, της περιοχής Καμαρών. Οι αντάρτες του μάχονται λυσσαλέα, ολόκληρη τη μέρα, για να εμποδίσουν τα στρατεύματα του Αντ/ρχη Πεζικού Κρούτζερ, να ενωθούν, από τα νότια του Ψηλορείτη, με τις υπόλοιπες Γερμανικές δυνάμεις, που λεηλατούσαν ήδη, για δυο μέρες, τα πυρπολημένα Ανώγεια.

Οι απώλειες του εχθρού είναι σημαντικές, αλλά η υπεροχή των αντιπάλων σε άνδρες και πολεμικό υλικό, είναι φανερή.

Το ναζιστικό θηρίο σφαδάζει λυσσασμένο. Αφού αδυνατεί να κάμψει την ορμή των ανταρτών, στρέφεται παράλληλα με θολωμένο το βλέμμα του στους άμαχους. Έτσι την ίδια μέρα των επιχειρήσεων του Ψηλορείτη, συλλαμβάνει και εκτελεί άμαχους στα χωριά της Ρίζας: εδώ στα Σκούρβουλα, στη Γέργερη, στις Καμάρες, στο Μαγαρικάρι, στη Νίβρυτο και στο Σωκαρά.

Με τις σύντομες αυτές αναφορές, φτάνουμε στο τέλος, του σημερινού μνημόσυνου, και θα πρέπει να επισημανθούν συμπερασματικά κάποια ευαίσθητα σημεία, που αφορούν όλους μας.

Οι σύγχρονες παιδαγωγικές θεωρίες δίδουν έμφαση στη δύναμη του παραδείγματος. Οι θεωρητικοί της Παιδείας (Badura) υποστηρίζουν πως για να διδάξουμε αποτελεσματικά τους νέους μας, θα πρέπει να τους προβάλλουμε πρότυπα ζωής, τα οποία θα κληθούν να μιμηθούν ή να αποστραφούν.

Και οι τιμούμενοι σήμερα αποτελούν ιδανικά και λαμπρά τέτοια πρότυπα. Υποδείγματα Αρετής, Αυταπάρνησης και Αυτοθυσίας. Ας τα προβάλουμε όλοι μαζί.

Σεβασμιώτατε, Ιδιαίτερα εσείς κα Δήμαρχε, επιτρέψτε μου τη νύξη. Έχετε διπλή υποχρέωση. Και με την ιδιότητα της τοπικής αρχόντισσας, στην πολύπαθη αυτή ενιαία περιοχή, αλλά και λόγω αίματος, καταγωγής και ονόματος, ν’ αποκαταστήσετε το ελλειμματικό ισοζύγιο στον τομέα αυτό.

Προβάλλετέ λοιπόν τη θυσία, αυτών που τιμούμε σήμερα, αλλά και των υπόλοιπων της πλούσιας Τοπικής μας Ιστορίας, στους νέους της περιοχής μας. Μέσα από τα σχολικά μαθήματα. Μέσα από την διδασκαλία της Τοπικής μας Ιστορίας, που δεν γίνεται και δεν διδάσκεται σωστά.

Απαιτήστε και ελέγξτε το. Έχετε το θεσμικό δικαίωμα, αλλά και καθήκον, να το επιβάλλετε στην τοπική εκπαίδευση. Βοηθήστε ηθικά και ουσιαστικά προς την κατεύθυνση αυτή. Πάρετε πρωτοβουλίες. Αξιοποιήστε φωτισμένους δασκάλους, που διαθέτουν τον ιερό ζήλο και το χάρισμα, να πιά-σουν τελικά τόπο τα μηνύματα της θυσίας αυτών των ανθρώπων, στις καρδιές στων νέων μας.

Το δικαιούνται τόσο οι νεκροί που έφυγαν, όσο και οι ζωντανοί που μένουν. Η γνώση είναι δύναμη και την έχουμε ανάγκη οι τοπικές κοινωνίες, για να επιβιώσουμε στο μέλλον.

Ιδιαίτερα σήμερα, στις συνθήκες που διαμορφώνονται.

Τέλος, είναι γνωστό το αξίωμα κατά τον ποιητή πως: «…Τότες πεθαίνουν οι νεκροί, όταν τους λησμονάμε» κι εμείς με το σημερινό μας μνημόσυνο δείχνουμε πως δεν τους ξεχνούμε, ευχόμενοι η μνήμη τους να είναι αιωνία!!!

Σας ευχαριστώ πολύ!!!

(Ομιλία την Κυριακή 14 Αυγούστου 2011 – Ιερός Ναός Υπαπαντής Σκουρβούλων)

[1] Έκθεσις Χριστομιχάλη Ξυλούρη, Επί των τελευταίων συμβάντων της επαρχίας Μυλοποτάμου (4/Σεπτεμβρίου/1944).

[2]  Επιστολή προς Χριστομιχάλη Ξυλούρη (12/ Αυγούστου/1944).Υπογράφει με το συνθηματικό αυτό όνομα – ψευδώνυμο, ο αρχηγός Πετρακογιώργης.

Φωτογραφία: Κώστας Καμπουράκης, τον οποίο και ευχαριστούμε…