Ο ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Κεφάλι

141

Το ακρωτήριο Λίθινο ή Κεφάλι βρίσκεται στο νοτιοδυτικότερο άκρο της οροσειράς των Αστερουσίων ορέων, έχει υψόμετρο περίπου 270 μέτρα και αποτελεί ιδιαίτερα ανεξάρτητο ορεινό όγκο. Η νότια πλευρά του βουνού είναι κάθετη προς την θάλασσα, απόλυτα δύσβατη και προξενεί δέος τόσο όταν κοιτάζει ο επισκέπτης από επάνω όσο και αυτός που βρίσκεται με βάρκα από κάτω (από την θάλασσα). Το ίδιο και η ανατολική πλευρά του βουνού, ενώ η βορεινή είναι η μισή κάθετη και κατόπιν αρχίζει πλαγιά η οποία ονομάζεται «της Αγιάς το Πλάι» και είναι γεμάτη άγριες ελιές.

Στη βορειοανατολική κάθετη πλευρά και ακριβώς στη μέση του γκρεμού βρίσκεται η σπηλιά της Κασιανής. Σ’ αυτή τη σπηλιά λέγεται ότι ασκήτεψε η ασκήτρια αγία Κασιανή αδελφή των αγίων Ευτυχίου και Ευτυχιανού και από εδώ οραματίστηκε τον αδελφό της όταν τον σκότωσαν.

Λίγο πιο κάτω από την σπηλιά βρίσκεται ένα σαρνίτσι που είναι το μισό σπηλιά και τ’ άλλο είναι κτισμένο. Το σαρνίτσι αυτό μαζεύει το χειμώνα το βρόχινο νερό και εξυπηρετεί κτηνοτρόφους και κυνηγούς.

Πιο κάτω (βόρεια) από την κορυφή του ορεινού όγκου είναι χτισμένη μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και λειτουργείται στις 6 Αυγούστου που εορτάζει η χάρη της. Την εκκλησιά αυτή έκτισε το 1866 ο Γεώργιος Κανάκης κάτοικος Σίβα Πυργιωτίσσης, καταγόμενος από την Κάρπαθο. Δίπλα ακριβώς από την εκκλησία στην δυτική πλευρά, ο ίδιος έκτισε ένα σαρνίτσι όπου μάζευαν νερό της βροχής του χειμώνα για να το χρησιμοποιούν προσκυνητές και κτηνοτρόφοι τους καλοκαιρινούς μήνες. Αντί για χρήματα η Ιερά Μονή Οδηγητρίας της οποίας αποτελεί ξωκκλήσι, έδωσε στον παραπάνω κτίστη, ένα χωράφι στο χωριό Πετροκεφάλι, στην τοποθεσία «Πέτρα». Λίγα χρόνια αργότερα το σαρνίτσι αυτό το γκρέμισαν με δυναμίτες κατόπιν εντολής του ηγουμένου της Μονής γιατί εκεί μαζευόταν τα πρόβατα του μοναστηριού να πιουν νερό και μερικοί κάτοικοι κοντινών χωριών που πήγαιναν μαζέψουν αλάτι από τις υπάρχουσες στην περιοχή αλυκές έκλεβαν τα ζώα του μοναστηριού.

Την εποχή της Τουρκοκρατίας ο Καπετάν Μιχαήλ Κουρμούλης είχε διασυνδέσεις με τα Σφακιά και είχε πει στους Σφακιανούς ότι αν κάποια φορά κινδύνευε, θα πήγαινε στο ακρωτήριο Λίθινο ή Κεφάλι. (Το ακρωτήριο αυτό είναι πολύ ευδιάκριτο από τα Σφακιά και το γνώριζαν πολύ καλά οι Σφακιανοί). Θα άναβε φωτιές με σχήμα το σημείο του σταυρού και θα πήγαιναν να τον πάρουν. Και έτσι πραγματικά έγινε. Όταν κινδύνεψε, πήγε στο Κεφάλι, άναψε φωτιές σταυροειδώς και ήλθαν οι Σφακιανοί και τον πήραν μαζί με την οικογένειά του. Έτσι έφυγαν από εκεί, από την τοποθεσία Αλυκές. Η βόρεια πλαγιά του ακρωτηρίου είχε ένα μικρό δάσος από αρτίκους και πιο κάτω βρίσκεται ένα πηγάδι που λέγεται «στου Σκανιάρη» Στην τοποθεσία αυτή (στου Σκανιάρη) βρέθηκαν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα.

Νοτιοδυτικά του ακρωτηρίου υπάρχει φάρος, ακοίμητος φρουρός των ναυτικών που παραπλέουν την περιοχή. Το 1942 οι Γερμανοί κατακτητές που είδαν την τεράστια στρατιωτική αξία του βουνού αυτού λόγω της θέσεώς του που είναι σαν μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα, έφτιαξαν ένα απόρθητο φρούριο στην κορυφή προς το χείλος του γκρεμού αφού την ανάσκαψαν σε αρκετό βάθος όπου και τοποθέτησαν παρατηρητήρια, επάκτια και αντιαεροπορικά πυροβόλα. Για τις ανάγκες αυτού του φρουρίου επιστράτευσαν πολλούς κατοίκους των γύρω χωρίων που άνοιξαν δρόμο με αξίνες και φτυάρια από το χωριό Σίβα μέχρι την κορυφή του Κεφαλιού μήκους 17 περίπου χιλιομέτρων.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Νικολάου Τσικνάκη «Ιερά Μονή Οδηγητρίας και τα παρεκκλήσια της», σελ. 116).

Δυο παραδόσεις για το Κεφάλι…

Περί τα μέσα του 19ου αιώνα (περίπου το 1850) ο τότε ηγούμενος της Οδηγητρίας είχε δώσει εντολή όλοι οι βοσκοί και οι εργάτες που δούλευαν για το μοναστήρι, κάθε Σάββατο βράδυ να αφήνουν τις δουλειές τους και να παρακολουθούν την Ακολουθία του Εσπερινού και κάθε Κυριακή πρωί την Θεία Λειτουργία, και έπειτα να φεύγουν για τις δουλειές τους.

Τα αιγοπρόβατα μοναστηριού την εποχή εκείνη τα είχαν στην περιοχή του Κεφαλιού και Μαρτσάλου. Οι βοσκοί έμεναν στην τοποθεσία Άγιος Γεώργιος που βρίσκεται στους πρόποδες του Κεφαλιού. Ανάμεσα στους βοσκούς ήταν και ο γερο-Λαμπάκης, ο άνθρωπος που είχε ανακαλύψει την εκκλησία της Παναγίας Μάρτσαλο. Κάποιο Σάββατο απόγευμα έφυγαν όλοι οι βοσκοί για την Οδηγήτρια και έμεινε αυτός τελευταίος. Καθώς βάδιζε αργά επειδή ήταν γέρος, προς μοναστήρι, στην τοποθεσία «Φασουλή Αρόλιθος» βλέπει να έρχεται ένας καλόγηρος από τη μεριά του μοναστηριού κρατώντας ένα πρόσφορο. Όταν αντάμωσαν λέει ο καλόγηρος στον Λαμπάκη:

—        Μην πας μπάρμπα στο μοναστήρι να λειτουργηθείς γιατί είναι μακριά μόνο έλα μαζί μου. Εκεί που Θα πάω θα γίνει λειτουργία και Θα λειτουργηθείς εσύ. Ο Λαμπάκης νομίζοντας ότι θα λειτουργούσαν σε κάποιο εξωκλήσι ακολούθησε τον καλόγηρο. Πέρασαν από τον Άγιο Γεώργιο και πήραν τον δρόμο προς κορυφή του Κεφαλιού. Στην τοποθεσία «Σπορά» έφυγαν από τον δρόμο κατέβηκαν σ’ ένα γκρεμνό. Εκεί σε μια σπηλιά μέσα είδαν πολλούς καλογήρους. Ένας απ’ αυτούς λέει στον Λαμπάκη μετά τον Εσπερινό:

–           Κοιμήσου εδώ και το πρωί που θα αρχίσει η λειτουργία, θα σε ξυπνήσουμε.

Πράγματι κοιμήθηκε αυτός σε μια άκρη της σπηλιάς – εκκλησίας και το τον ξύπνησαν και έγινε η λειτουργία. Μόλις τελείωσε πήρε το αντίδωρο όταν έφευγε χαιρέτησε τους καλογήρους οι οποίοι του είπαν:

–           Εδώ λειτουργούμε κάθε Κυριακή και να έρχεσαι εδώ και εσύ. Μην το πεις όμως σε κανένα γιατί δεν θα μας ξαναδείς.

Καθώς όμως ο Λαμπάκης δεν είχε πάει στο μοναστήρι να λειτουργηθεί το Σαββατόβραδο, τον κάλεσε ο ηγούμενος και του ζήτησε εξηγήσεις. Τότε αυτός βρήκε ορισμένες δικαιολογίες. Είπε ότι είχε χάσει μερικά ζώα και ήθελε να  τα βρει. Καθυστέρησε γι’ αυτό το λόγο να ξεκινήσει, ήταν ήδη νύχτα και καθώς  ήταν ηλικιωμένος δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο ηγούμενος αφού τον άκουσε επισήμανε ότι αυτό δεν έπρεπε να επαναληφθεί.

Όμως ο Λαμπάκης τον παράκουσε. Τρία συνεχόμενα Σαββατόβραδα δεν πήγαινε στην Οδηγήτρια αλλά παρακολουθούσε τη λειτουργία εκεί που του είχε υποδείξει ο άγνωστος καλόγηρος. Στο τέλος εκνευρισμένος ο ηγούμενος από συμπεριφορά του, κάλεσε τον Λαμπάκη και τον ρώτησε γιατί παρακούει τις εντολές του. Έτσι αυτός φοβισμένος Του διηγήθηκε τα καθέκαστα. Τότε ο ηγούμενος του ζήτησε να τον οδηγήσει στο μέρος εκείνο που γινόταν η Λειτουργία. Πήγαν λοιπόν, έψαξαν να βρουν την σπηλιά – εκκλησία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Πήγε και ο Λαμπάκης μόνος του άλλη μια φορά αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειές του δεν βρήκε τίποτα.

β) Στις 14 Σεπτεμβρίου 1934 πήγε στο Κεφάλι, του Τιμίου Σταυρού και λειτούργησε ο παπα-Αντώνης από το χωριό Πηγαϊδάκια μαζί με άλλους προσκυνητές και είχε μαζί και τον γιό του Οδυσσέα ηλικίας 7 ετών τότε, που αργότερα πέθανε. Την ώρα της λειτουργίας το παιδί εβγήκε έξω και πήγε από τη βορεινή μεριά της εκκλησίας. Εκεί βλέπει ένα άνθρωπο, κοντό στο σώμα όλο μαλλιά και γένια. Το παιδί για λίγο φοβήθηκε αλλά αυτός το καθησύχασε λέγοντάς του “μη φοβάσαι και πήγαινε να πεις του πατέρα σου να έρθει μόνος έξω που τον θέλω”. Πάει το παιδί το λέει του παπα-Αντώνη και βγαίνει αυτός αμέσως έξω αλλά μαζί του βγαίνει και όλο το εκκλησίασμα και δεν είδαν τίποτα. Ο Άγιος Ασκητής είχε γίνει άφαντος. Δεν ήθελε να αποκαλυφθεί, αλλά με αυτό το γεγονός μας έκανε γνωστή την παρουσία του.