Οἱ μαργαρῖτες ἔμπροσθεν τῶν χοίρων

336

Του Ἀντωνίου Κουτεντάκη, Λειτουργιολόγου, ὑπ. Διδάκτωρος Ἱστορίας

Τὸ εἴδαμε κὶ αὐτὸ στὴν πολύπαθη χώρα μας.

Τὴ στιγμὴ ποὺ προσπαθοῦμε ὁ καθένας προσωπικὰ καὶ ὅλοι μας συλλογικὰ νὰ δοῦμε τί μέλει γενέσθαι, ὑπάρχουν καὶ ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων μόνιμο πρόβλημα ἦταν πάντοτε ἡ Ἐκκλησία.

Τοὺς θυμόμαστε ἄλλωστε τοὺς συγκεκριμένους νὰ κάνουν σάτιρα στὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν Χριστόδουλο χωρὶς κανέναν σεβασμὸ καὶ καμία διακριτικότητα.

Χωμένοι ὅσο δὲν πάει ἄλλο στὸ «σύστημα», κάποια στιγμὴ καὶ τὸ ἴδιο τὸ «σύστημα» τοὺς ξέρασε.

Καὶ τώρα βρῆκαν εὐκαιρία νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὴν πλήρη ἀφάνεια καὶ ἐσχάτη ἀποτυχία τους διακωμωδώντας τὸν λόγο καὶ σκοπὸ ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας, τὴ θεία Κοινωνία.

Τὸ μόνο σίγουρο βέβαια εἶναι πὼς ἡ μοναδικὴ ἐμπειρία ποὺ ἔχουν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία οἱ συγκεκριμένοι εἶναι αὐτὸ τὸ τηλεοπτικὸ γύρισμα τῆς ἐκπομπῆς τους.

Τί νὰ καταλάβουν αὐτοὶ καὶ τί νὰ ξέρουν ἀπὸ θεία Κοινωνία;

«Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς» (Ματθ., ζ΄, 6.).

Ἀλήθεια, ἀφοῦ νοιάζονται τόσο, γιατί δὲν διακωμωδοῦν μὲ τὴν ἴδια «εὐφυΐα» τὴν πίστη τῶν Μουσουλμάνων; (τὶς κοινωνικὲς ἀνισότητες, τὴ θέση τῆς γυναίκας, τὸν τρόπο ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ἢ κυρίως τὴ σχέση τοῦ Ἰσλὰμ μὲ τὴν ἐπιστήμη). Ἄραγε, θὰ ἐπέμβει τώρα εἰσαγγελέας, ὅπως ἐπενέβη ἄμεσα στὸ Κουκάκι καὶ στὴν Κέρκυρα;

Σαφῶς καὶ ὄχι, δεδομένου ὅτι «οὗτοι μίαν γνώμην ἔχουσι, καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν τῷ θηρίῳ διδόασιν.

Οὗτοι μετὰ τοῦ ἀρνίου πολεμήσουσι, καὶ τὸ ἀρνίον νικήσει αὐτούς, ὅτι κύριος κυρίων ἐστὶ καὶ βασιλεὺς βασιλέων» (Ἀποκ., ιζ΄, 13-14).

Μέχρι τότε ὅμως ἂς μᾶς ἀφήσουν, ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς, νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ ξέρουμε, δηλαδὴ νὰ τρῶμε τὴ Σάρκα καὶ νὰ πίνουμε τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ὅπως κάναμε 2.000 χρόνια τώρα καὶ θὰ συνεχίσουμε νὰ κάνουμε «ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος».

Ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν νὰ φοβηθοῦν τίποτα, ἀφοῦ οὕτως ἢ ἄλλως οὐδέ ποτε ἐκοινώνησαν, οὐδέ ποτε ἐγεύθησαν τὴ χάρη καὶ τὴν παρηγοριὰ τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε καὶ ἀπὸ ἐμᾶς κινδυνεύουν νὰ μολυνθοῦν ἐπίσης.

«Οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις» (Ἰωάν., δ΄, 8.).

Οἱ συναναστροφές τους εἶναι συγκεκριμένες καὶ δὲν περιλαμβάνουν ἀνθρώπους ποὺ πιστεύουν στὸν Χριστό.

Ἐκεῖνοι νὰ μείνουν μὲ τὶς προκαταλήψεις, τὴν ἐμπάθεια καὶ τὸ μίσος τους γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ἐμεῖς πάλι θὰ μείνουμε μὲ τὸν Χριστό, ὄχι μόνον γιατί τὸ ἐπιβεβαιώνουν σταθερὰ διακεκριμένοι ἐπιστήμονες μακριὰ ἀπὸ τὰ συστημικὰ παρασκήνια [καὶ ὄχι «νεφέλαι ἄνυδροι ὑπὸ ἀνέμων παραφερόμεναι» (Ἰούδ.,12), οἱ ὁποῖοι αὐτοδιαψεύδονται καὶ αὐτοαναιροῦνται καθημερινὰ ὑποτιμώντας τὴ νοημοσύνη μας], ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ εἶπε Ἐκεῖνος.

«Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν., στ΄, 54-56).

Δὲν ζητοῦμε νὰ μᾶς ἐπευφημήσουν ὅπως τὴν ἔντεχνη ἀοιδό, οὔτε καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ δικαίωμά μας στὴ διαμαρτυρία -παρὰ τὶς ἀπαγορεύσεις- ὅπως ἐκείνων τοῦ Συντάγματος κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς πρωτομαγιᾶς.

Ἂς μᾶς ἀνεχθοῦν ἁπλῶς ὡς ἀνοήτους, προσκολλημένους σὲ ἕνα τελετουργικό, τὸ ὁποῖο αὐτοί, ὡς μορφωμένοι, προοδευτικοὶ καὶ ἐξορθολογιστές, ἀδυνατοῦν νὰ κατανοήσουν.

Ὡς ἀνισχύρους μωροὺς νὰ μᾶς δοῦν… «Ἀλλὰ τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνῃ, καὶ τὰ ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα καταισχύνῃ τὰ ἰσχυρά, καὶ τὰ ἀγενῆ τοῦ κόσμου καὶ τὰ ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καὶ τὰ μὴ ὄντα, ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ» (Α’ Κορ., α΄, 27-28).

Πηγή: arxon.gr