Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου…

1345

Του Δημήτρη Χ. Σάββα
Πόσες φορές δεν πέρασαν από το μυαλό μου οι επίκαιροι στίχοι του παλιού αυτού τραγουδιού των Μίμη Τραϊφόρου και Μιχάλη Σουγιούλ το οποίο πρωτοερμηνεύθηκε από την τραγουδίστρια της νίκης, τη Σοφία Βέμπο. Ειδικά τις μέρες που η χώρα μας περνούσε πολλά από τους εταίρους της, τις μέρες εκείνες που κάποιοι ζητούσαν την άνευ όρων υποταγή της, τον πλήρη εξευτελισμό της, την ολοκληρωτική εξαφάνισή της. Πόσα και πόσα δεν ήρθαν στη μνήμη μου… Πείσθηκα όμως τελικά και είπα μέσα μου πως ο τόπος αυτός μπορεί πολλά ακόμα να υπομείνει! Πέρασε πολλά, γνώρισε διάφορες καταστάσεις και όμως άντεξε!

Όποιον και όποιους είχε απέναντί του. Αρχές του 1945, έχουν περάσει από τότε εβδομήντα ολόκληρα χρόνια. Μέρες που η πατρίδα μας μετράει τις πληγές της μετά τον πόλεμο. Ένας πόνος, δάκρυα, θλίψη και απογοήτευση. Έχουν διαλυθεί οικογένειες, έχουν ξεκληριστεί σπίτια. Υπάρχει όμως και κάποια ευχάριστη πληροφορία! Πραγματικά μια πολύ χαρμόσυνη είδηση! Δημοσιεύθηκε στις αθηναϊκές εφημερίδες. Τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου η Ούνρα αρχίζει το έργο της, αναλαμβάνοντας υπηρεσίες που μέχρι τότε διαχειριζόταν ο Ερυθρός Σταυρός. Αναμένονται καραβιές με εφόδια. Στο λιμάνι γίνονται επισκευές και προετοιμάζεται ο κατάλληλος εξοπλισμός για το ξεφόρτωμα των πλοίων που είναι καθ’ οδόν προς την Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ούνρα ήταν γνωστή σαν συμμαχική βοήθεια που απέστειλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Επρόκειτο για έναν διεθνή οργανισμό που ιδρύθηκε το 1943 με σκοπό να βοηθήσει τις χώρες που επλήγησαν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Γνωστή η φράση: «Τι κάθεσαι, την Ούνρα περιμένεις;»

Οι μέρες περνούν… οι άνθρωποι ανήσυχοι και ανυπόμονοι, σκεπτικοί, ειδικά τούτες τις μέρες που πρέπει να έχουν, έστω τα αναγκαία, αφού ο χειμώνας ολοένα και πλησιάζει. Τέλος του Οκτώβρη διανύουμε, και οι άνθρωποι με το δίκιο τους. Οι διανομές αγγέλλονται μόνο στα χαρτιά χωρίς να γίνονται στην πραγματικότητα. Ήδη έχει ανακοινωθεί ότι θα μοιραστούν είδη που είναι τα εξής:

Με το υπ’ αριθμ. 1 κουπόνι: 100 δράμια λάδι

Με το υπ’ αριθ. 2 κουπόνι: 100 δράμια όσπρια, 75 δράμια ζάχαρη, 60 δράμια καφές, 90 δράμια γάλα σκόνη, 100 δράμια αλάτι.

Με το υπ’ αριθμ. 3 κουπόνι: 1 πακέτο τσιγάρα

Με το υπ’ αριθμ. 4 κουπόνι: 100 δράμια σαπούνι, 100 δράμια μακαρόνια, 100 δράμια πετρέλαιο και 150 δράμια αλάτι.

Από όλα αυτά έχουν παραληφθεί μόνο τα τσιγάρα και ελάχιστα άλλα. Με την ευκαιρία αυτή θέλουμε να μάθουμε γιατί κρατούνται ακόμα τα δελτία από μερικούς παντοπώλες και δεν παραδίδονται στους δικαιούχους!

Η βοήθεια της Ούνρα όμως εκτός από τα παραπάνω είδη που περιγράψαμε ήταν και σε ξυλεία. Έτσι σύμφωνα με δημοσίευση τοπικής ηρακλειώτικης εφημερίδας φθάνουν περί τα τέλη Οκτωβρίου με αμερικανικό πλοίο στην πόλη μας 7.500 χιλιάδες κυβικά ξυλείας, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση και την κατασκευή κουφωμάτων των κατεστραμμένων χωριών του νομού μας αλλά και των Ανωγείων.

Εδώ βέβαια πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την προστασία της ξυλείας αφού οι κλοπές ξύλων ενόψει του χειμώνα συνηθίζονταν. Καθίσταται λοιπόν αναγκαία η περιφρούρησή της.

Για τα διανεμόμενα είδη υπό της Ούνρα κάνουν λόγο:

Η ομοσπονδία Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Ηρακλείου δια του προέδρου της Κ. Κοκκινίδη και ο Δήμος Ηρακλείου που δίδει στους δημότες του δελτία απόρων για τη χορήγηση τροφίμων δια του δημάρχου Δημητρίου Χαλκιαδάκη. Επίσης το Εργατικό Κέντρο Ηρακλείου δια του προέδρου του Στρατή Περγαλίδη και του γενικού γραμματέα του Ανδρέα Σταυρουλάκη καλεί τα μέλη των εργατικών σωματείων να εγγραφούν στις καταστάσεις, προκειμένου να εξασφαλίσουν ποσότητα ρυζιού για τις οικογένειές τους!

Μια είδηση πολύ ενδιαφέρουσα ταράζει λίγο τα λιμνάζοντα νερά του δοσιλογισμού. Ανακοινώθηκε ότι θα φορολογηθούν βαρέως οι πλουτίσαντες επί κατοχής. Το Κράτος, όπως έλεγαν οι εφημερίδες, είχε στα χέρια του στοιχεία αλλά ζητούσε και από τις επαγγελματικές οργανώσεις να του δώσουν ό,τι άλλο θα ήταν χρήσιμο για να τιμωρηθούν εκείνοι που σε βάρος του κοσμάκη απέκτησαν τσουβάλια χρυσές λίρες.

Η δίωξη των πλουτισάντων επί κατοχής ήρθε σε μια περίοδο που έγιναν γνωστά συγκλονιστικά στοιχεία για το πόσο υπέφερε ο κοσμάκης τα χρόνια της κατοχής. Γι αυτό και το κλίμα φορτίστηκε περισσότερο και όλοι ζητούσαν πραγματική τιμωρία των ενόχων.

Για έναν τέτοιο «κύριο» μας μιλάει στο άρθρο που ακολουθεί ο Θρασύβουλος Σταυράκης, ένας από τους αρθρογράφους που τόσο αγάπησε το παλιό Ηράκλειο. Ο ίδιος βέβαια υπήρξε λογοτέχνης και ποιητής.

Το άρθρο του Θρασύβουλου Σταυράκη έχει τίτλο: «Εφιάλτες και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη» στις 21 Οκτωβρίου 1945.

«Τις μέρες αυτές που οι… ριπές του πληθωρισμού νέκρωσαν πάλι κάθε προσπάθεια δράσεως και αντιστάσεως, τον ξανάδαμε από πολύ πρωί στους δρόμους. Ήταν ο γνωστός “άνθρωπος με τη βαλίτσα». Και λέμε γνωστός, όχι γιατί τον γνωρίσαμε βαθύτερα ή τον συμπαθήσαμε. Απλώς γιατί τον βλέπαμε κάθε μέρα μπροστά μας τον καιρό της Κατοχής. Αποτελούσε τον χαρακτήρα της. Πάντα με μια βαλίτσα στο χέρι. Εκεί μέσα αναπαύονταν τα εκατομμύρια ή δισεκατομμύριά του. Μ’ αυτά έστηνε δόκανο σε κάθε τίμια παραγωγική δουλειά, σε κάθε σαστισμένη διάνοια βιοπαλαιστή σε κάθε δίλημμα οικογενειάρχη. Ενώ σεις τρέχατε στα πέρατα της συνοικίας για λίγο φρύο, για μερικά δράμια λαδί, αυτός αγόραζε. Αγόραζε όλα «εις τιμήν ευκαιρίας». Από τα ελάχιστο στάρι του παραγωγού ως το τελευταίο πολύτιμο κειμήλιο του οικογενειάρχη.

– Ο άνθρωπος με τη βαλίτσα, έλεγε τότε κάποιος, είναι μια ιστορική μορφή που διαρκώς εξελίσσεται. Αρχίζει από τα σκλαβοπάζαρα, σταματά στα μεγάλα τραστ των «εμπόρων του θανάτου» και τελειώνει επί του παρόντος εδώ. Πολύ φοβούμαι πως μπορεί να τον δούμε και μεθαύριο, είτε όπως τώρα, είτε υπό άλλη μορφή, πάντα όμως με το ίδιο ανήλεο και αριβιστικό του πνεύμα.

Η ουσιαστική συνέχιση της σκλαβιάς τώφερε να τον δούμε πάλι με τη βαλίτσα. Η μεγάλη «κάθαρση» που περιμέναμε από τον πόλεμο δεν πραγματοποιήθηκε ακόμα. ‘Ηταν επόμενο έτσι να επανέλθει ο μαύρος άνθρωπος των φορητών εκατομμυρίων. Μερικοί υποστηρίζουν ότι το σύστημα του – η μαύρη αγορά – κατάκτησε τον κόσμο. Κατάφερε να βάλει κάτω το εμπόριο, όπως τουλάχιστο το εννοούν ο πολιτισμός και η ανθρώπινη πρόοδος.

Ο άνθρωπος με τη βαλίτσα τείνει να αποκτήσει στον τόπο μας… νομιμότητα. Ο πόλεμος και η συνέχεια της κατοχής τον βοήθησαν να ρίξει κάτω και τον τελευταίο ηθικό εμπόδιο και πατώντας πάλι πάνω σε πτώματα, να γίνει «κοινωνικός» τύπος. Τώρα που τον ξαναβλέπομε τον αισθανόμαστε σαν εφιάλτη. Είναι ένας ίσκιος ολέθρου. ‘Ερχεται από τον όλεθρο για να προμαντέψει άλλους ολέθρους. Είναι όμως δύσκολο να τον κτυπήσει κανείς απ’ ευθείας.

Είναι περισσότερο σκιά παρά ζωντανός άνθρωπος. Συνυφασμένος με την ιδέα του Κακού καμουφλάρεται σε χίλιες δύο κανονικές τάχα δοσοληψίες. Για να πέσει χρειάζεται να κοπούν πολλές ρίζες».

Δικαιολογημένοι λοιπόν οι στίχοι των Τραϊφόρου – Σουγιούλ που τόσο όμορφα ακούγονται ακόμα και σήμερα από την αθάνατη Σοφία Βέμπο:

«Κάνε κουράγιο Ελλάδα μας

και μη μας αρρωστήσεις

γιατί το θέλει ο Θεός

να ζήσεις και θα ζήσεις».

Τέτοιες μέρες… που θυμίζουν πολλά στους μεγαλύτερους και παραδειγματίζουν τους νεώτερους!