Η V  Μεραρχία  Κρητών  στον Ελληνοϊταλικό  πόλεμο του 1940-41

656

Ιστορική έρευνα: Μιχάλης Παπαηλιάκης*

Αυτές τις ημέρες συμπληρώνονται 79 χρόνια από τη συμμετοχή της V Μεραρχίας   στην πρώτη γραμμή του μετώπου  κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Τον Οκτώβριο του  1940  η   V  Μεραρχία, με έδρα τα Χανιά,  ήταν  στρατιωτικός  σχηματισμός του Ελληνικού Στρατού, υπεύθυνη για την  άμυνα της Κρήτης.

Τη Μεραρχία συγκροτούσαν το 14ο Σύνταγμα Πεζικού (ΣΠ)  Χανίων , το 44ο ΣΠ  Ρεθύμνου, το 43ο ΣΠ  Ηρακλείου  και το V Σύνταγμα ορεινού πυροβολικού με έδρα τη Σούδα.

Μετά την τελευταία αναδιάρθρωση των ενόπλων δυνάμεων, η  Μεραρχία   μετονομάστηκε   σε  5η Ταξιαρχία Πεζικού, με  διαφορετική επιχειρησιακή διάρθρωση,  διατηρώντας  τον τιμητικό τίτλο «V Μεραρχία  Κρητών».

Το 1940 η  Μεραρχία   ανήκε στις εφεδρικές μονάδες του Ελληνικού Στρατού. Αρχικά προβλεπόταν η παραμονή της  στο νησί  για να το υπερασπιστεί  από τις δυνάμεις του Άξονα.

Όμως, λόγω  της  επιτακτικής ανάγκης ενίσχυσης του Ελληνικού  Στρατού αποφασίστηκε η μεταφορά της στο Αλβανικό μέτωπο.

Η απόφαση  αυτή  της ελληνικής κυβέρνησης, μετά από συνεννόηση με την  Αγγλία,  προκάλεσε    δυσαρέσκεια στην Κρήτη, όπως   και στους οπλίτες  της  Μεραρχίας.

Από  18 – 22 Νοεμβρίου  η  Μεραρχία μεταφέρθηκε  από το  Ηράκλειο και τη Σούδα,   μέσω Αθηνών,  στο Αμύνταιο Φλωρίνης, όπου έφτασε στις 29 Νοεμβρίου.

Μεταφέρθηκαν 566 αξιωματικοί, 18.662 οπλίτες, 687 υποζύγια και 81 οχήματα.

Οι καιρικές συνθήκες στην περιοχή   ήταν  διαφορετικές από εκείνες της Κρήτης. Η δυτική Μακεδονία και ολόκληρη η Αλβανία ήταν  σκεπασμένες από χιόνι.

Η πεζοπορία  από το Αμύνταιο μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα, περίπου 130 χιλιόμετρα,  έγινε  κάτω από  αντίξοες   συνθήκες:  χιονοθύελλες,   βροχές,  δριμύ κρύο, ακατάλληλη ενδυμασία των ανδρών, ημερήσιες και νυχτερινές πορείες  μέσα   από  δασώδεις και  ελώδεις περιοχές, λασπωμένους  δρόμους,  συχνή  έλλειψη τροφής και νερού,  ανάπαυση και ύπνος σε αντίσκηνα στο  ύπαιθρο.

Στις 13 Δεκεμβρίου   η Μεραρχία μπήκε στην Αλβανία.

Στο εσωτερικό της Αλβανίας,  οι   συνθήκες ήταν  ακόμη  δυσκολότερες : το   οδικό δίκτυο πρωτόγονο και λασπώδες, η  τροφοδοσία  ελλιπής,   τα  φορτωμένα με πυρομαχικά μουλάρια   δυσκολεύονταν να προχωρήσουν.  Σε πολλές  δε περιπτώσεις κατέληγαν και οι στρατιώτες ήταν υποχρεωμένοι  οι ίδιοι να μεταφέρουν   τα πυρομαχικά.  Στις 18 Ιανουαρίου  η Μεραρχία  εντάχτηκε  στο Β’ Σώμα Στρατού για να ενισχύσει τις μονάδες που πολεμούσαν στα στενά της  Κλεισούρας.

Μέσω   δεκάδων  οικισμών, άλλοτε με φιλελληνικά  αισθήματα και άλλοτε όχι, η Μεραρχία  αφού  πεζοπόρησε  για περισσότερα από 200 χιλιόμετρα, στις 27 Ιανουαρίου 1941 έφτασε   στην   περιοχή της  Κλεισούρας και στις νότιες παρυφές  της  οροσειράς τής   Τρεμπεσίνας,  όπου και στρατοπέδευσε.

Η οροσειρά της Τρεμπεσίνας βρίσκεται στη νότιο Αλβανία.  Έχει μήκος  26  χιλιόμετρα  και  ύψος 1923 μέτρα. Εκτείνεται  από νότο προς βορρά. Δυτικά της οροσειράς  βρίσκεται το όρος  Σεντέλι. Οι  δύο οροσειρές  σχηματίζουν    βαθιά χαράδρα. Οι νότιες παρυφές της Τρεμπεσίνας και οι  βόρειες  του όρους Νεμέρτσικα  σχηματίζουν τα στενά της  Κλεισούρας, από όπου διέρχεται ο Αώος ποταμός.

Στην ανατολική  είσοδο   των στενών βρίσκεται η   Κλεισούρα, ενώ  μετά τη δυτική  έξοδο  των στενών     το  Τεπελένι.

Όταν τη Δευτέρα  27 Ιανουαρίου,  η Μεραρχία στρατοπέδευσε στην  περιοχή της  Κλεισούρας  και της Τρεμπεσίνας,    ο Ελληνικός Στρατός  είχε ήδη καταλάβει  την Κορυτσά, το Πόγραδετς, την Πρεμετή, τους Αγίους Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρα και την Κλεισούρα. Επόμενος στόχος   ήταν η κατάληψη των οροσειρών της  Τρεμπεσίνας  και    Σεντέλι. Η κατάληψη των οροσειρών θα δημιουργούσε  ευνοϊκές συνθήκες για την πτώση του Τεπελενίου και την προέλαση του Ελληνικού Στρατού προς το λιμάνι του Αυλώνα, από  όπου γινόταν η τροφοδοσία του  ιταλικού στρατού.

Εν τω μεταξύ, αφενός    ο χειμώνας είχε γίνει  ακόμη  δριμύτερος, με θερμοκρασίες που τη νύχτα άγγιζαν του 20  βαθμούς  κάτω από το μηδέν,  και αφετέρου   ο ιταλικός στρατός  είχε  ενισχυθεί  με νέες αξιόμαχες εφεδρείες και  πολεμικό υλικό. Η  ανάπτυξη  της Μεραρχίας  στην περιοχή έγινε αμέσως αντιληπτή από την ιταλική αεροπορία η οποία στις  28 Ιανουαρίου,  βομβάρδισε επί δεκάωρο τις θέσεις  της,  ευτυχώς με  μικρές  απώλειες.

Με  τους στρατιώτες κατάκοπους  από τις  πορείες,  το 14ο  ΣΠ  Χανίων διατάχτηκε να  επιτεθεί  και να καταλάβει τα υψώματα 1620 και 1730 της  χιονισμένης Τρεμπεσίνας.

Η επίθεση ξεκίνησε τα ξημερώματα της Τετάρτης   29  Ιανουαρίου.   Πλησιάζοντας προς τα υψώματα, η   ανάβαση των ανδρών  μετατράπηκε σε επίθεση   με τις ξιφολόγχες,  μάχες σώμα με σώμα, ακόμα και χρήση ατομικών μαχαιριών. Τα υψώματα κατελήφθησαν.

Μετά από ολιγόωρη ανάπαυση των ανδρών, τη νύχτα της 29ης προς την 30ην  Ιανουαρίου,  το  Σύνταγμα   εξαπέλυσε   επίθεση εναντίον της υψηλότερης κορυφής, 1923 μ., της Τρεμπεσίνας, την  οποία και κατέλαβε τα ξημερώματα

Η κατάληψη των    υψωμάτων, παρά τις μεγάλες απώλειες του Συντάγματος,  73 νεκροί και 136 τραυματίες, επίδρασε θετικά στην ψυχολογία   της Μεραρχίας  και γενικότερα του μαχόμενου  στρατού στην Αλβανία.

Η 29η Ιανουαρίου θεωρείται η  πρώτη συμμετοχή  της  Μεραρχίας στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Και ενώ το 14ο ΣΠ ολοκλήρωνε την κατάληψη των υψωμάτων, η ιταλική αεροπορία   βομβάρδισε, για δεύτερη φορά,  τμήματα και εγκαταστάσεις της Μεραρχίας προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε  άνδρες, υποζύγια  και υλικά.

Στις 31 Ιανουαρίου όταν τέλειωσαν οι  μάχες,  ο Ελληνικός Στρατός κατείχε την ανατολική πλευρά και τις κορυφογραμμές της Τρεμπεσίνας, ενώ ο ιταλικός τη δυτική της  πλευρά  και  ολόκληρη την οροσειρά    Σεντέλι.

Τις επόμενες ημέρες, κάτω από ακραίες   συνθήκες ψύχους, βροχής,  χιονοπτώσεων, αεροπορικών βομβαρδισμών και κανονιοβολισμών,  ελλιπέστατη  τροφοδοσία,   τα τρία  συντάγματα της  Μεραρχίας  έλαβαν  θέσεις εφόδου στις κορυφογραμμές της Τρεμπεσίνας.

Οι τομείς  όπου το κάθε σύνταγμα θα εξαπέλυε την επίθεση του ήταν:

Το  14ο ΣΠ  στο ύψωμα 1800 και στον   αυχένα  Μεντζκόρανη  του  όρους  Σεντέλι.

Το 44ο ΣΠ   Ρεθύμνου εναντίον των υψωμάτων 1647 Πούντα Νoρντ και 1269 του  Σεντέλι.

Το 43ο ΣΠ  Ηρακλείου  εναντίον  των οικισμών Άρτζας ντι Σόπρα  και Άρτζας ντι Μετζο της  δυτική πλευρά της Τρεμπεσίνας και  των υψωμάτων Ανωνύμου, 1178 και 710 του  Σεντέλι.

Τα ξημερώματα της Πέμπτης 13  Φεβρουαρίου, το 2ο    τάγμα του 43ου ΣΠ  Ηρακλείου, με διοικητή  τον  ταγματάρχη Ευάγγελο Κουρή επιτέθηκε εναντίον  του      οικισμού  Άρτζα ντι Σόπρα, το 3ο   εναντίον του οικισμού   Άρτζα ντι Μέτζο, ενώ το 1ο    παρέμεινε σε εφεδρεία, εκτός από τον 3ο λόχο, ο  οποίος   διετέθη στο τάγμα Κουρή  που είχε  τη δυσκολότερη αποστολή.

Οι ιταλικές δυνάμεις που υπερασπίζονταν του  δύο οικισμούς αιφνιδιάστηκαν και  σύντομα περικυκλώθηκαν. Μετά από οδομαχίες και μάχες σώμα με σώμα κατελήφθησαν. Αμέσως  μετά,  ξεκίνησε η  αναρρίχηση των ανδρών    προς τα υψώματα.

Το κρύο, ο ισχυρός αέρας, το παχύ στρώμα χιονιού,  τα πυκνά και  αδιάκοπα    πυρά των ιταλικών   πολυβόλων  και κανονιών καθιστούσαν την άνοδο των ανδρών προς τα υψώματα αργή,  κοπιαστική,  με μεγάλες απώλειες.

Παρ’ όλα αυτά,   οι επιτιθέμενοι όλο και πλησίαζαν στις  ιταλικές θέσεις. Λίγες δεκάδες μέτρα  πριν από την     κορυφή 1178, οι άνδρες  του Τάγματος, προφυλαγμένοι πίσω από τους βράχους  ανασυντάχτηκαν, πήραν  τις  τελευταίες οδηγίες  και με την ξιφολόγχη  στα  όπλα έκαναν την τελική επίθεση.   Η επίθεση  ήταν  αποφασιστική, επίμονη και βίαιη. Έπεσαν πολλοί,  περισσότεροι όμως προχώρησαν και έφτασαν μέχρι τις θέσεις των Ιταλών.  Γρήγορα η επίθεση  μετατράπηκε σε μάχη  σώμα με σώμα. Οι απώλειες  και από τις δύο πλευρές μεγάλες. Αργά το απόγευμα  οι  άνδρες του Τάγματος  ανέτρεψαν τους αμυνόμενους και κατέλαβαν τα υψώματα Ανώνυμο και  1178.

Τα ξημερώματα της 14ης   Φεβρουαρίου,   παρά το φοβερό  κρύο και το  δυνατό αέρα,  οι Ιταλοί  εξαπέλυσαν επανειλημμένες    αντεπιθέσεις  εναντίον του 1178. Μία από αυτές   οι  Κρήτες  δεν μπόρεσαν να  την  αποκρούσουν και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το ύψωμα.

Μετά από τρεις αντεπιθέσεις, το Τάγμα  κατέλαβε εκ νέου το ύψωμα.  Συνολικά, το τριήμερο 13, 14 και  15 Φεβρουαρίου οι Ιταλοί εξαπέλυσαν   δεκαπέντε αντεπιθέσεις  εναντίον του υψώματος.

Όλες αποκρούστηκαν χάριν της αυτοθυσίας των ανδρών αλλά και της παρουσίας  στο ύψωμα  του διοικητή τους,  ταγματάρχη  Κουρή, και του υπολοχαγού Κάββου, οι οποίοι εμψύχωσαν  τους άνδρες    και   συντόνισαν  την άμυνα .

Εν τω μεταξύ, το 3ο τάγμα είχε καταλάβει το ύψωμα 710, ενώ το 1ο υπερασπίζονταν τους δυο    οικισμούς, εμπόδιζε τις   δυνάμεις των Ιταλών να κινηθούν προς τα υψώματα και τροφοδοτούσε με άνδρες  το 2ο τάγμα.

Τα   ξημερώματα της 13ης Φεβρουαρίου το 1ο  και 2ο  τάγμα του 44ου ΣΠ Ρεθύμνου  εξαπέλυσαν επίθεση  εναντίον του υψώματος 1816  και των δυτικών πλαγιών  της Τρεμπεσίνας. Εκτόπισαν  τους  Ιταλούς  και κατέλαβαν  θέσεις  εφόδου προς τα απέναντι   υψώματα 1260 και Πούντα Νορντ του όρους Σεντέλι.

Την επομένη, 14 Φεβρουαρίου,  με  χιονοθύελλα  και το  ιταλικό πυροβολικό να βάλλει αδιάκοπα εναντίον των επιτιθεμένων ανδρών, τα  τάγματα  του   44ο ΣΠ  ξεκίνησαν   τις επιθέσεις κατά των  υψωμάτων: τo 3ο εναντίον  του  1269, το 2ο  εναντίον του   1647   Πούντα Νορντ στα  βόρεια του  όρους  Σεντέλι.  Επανειλημμένες  φορές  οι άνδρες του 44ου  κατάλαβαν  το  ύψωμα Πούντα Νορντ,  το οποίο  λίγο μετά αναγκάζονταν  να  εγκαταλείψουν,   λόγω των ιταλικών αντεπιθέσεων. Παρά την υπεροχή του αντιπάλου σε οπλισμό και σε άνδρες, το Σύνταγμα ΄έδωσε   πεισματώδεις μάχες, πολλές φορές σώμα με σώμα, και εντός τριών ημερών κατέλαβε  οριστικά  τα υψώματα.

Οι απώλειες   των δύο  Συνταγμάτων,   μέχρι τις 17 Φεβρουαρίου,    όταν ολοκληρώθηκε η  κατάληψη των υψωμάτων    ανέρχονταν σε  περίπου 200    νεκρούς,  ενώ  εκατοντάδες ήταν οι  τραυματίες και οι  παγόπληκτοι.

Στο 14ο  ΣΠ είχε ανατεθεί  η κατάληψης του αυχένα Μετζκόρανη   και του υψώματος 1800. Η κατάληψη του  αυχένα έγινε  από κοινού με το  1ο τάγμα του   44ου.

Ως προς το ύψωμα   1800.  Μετά από πληροφορίες ότι οι Ιταλοί είχαν συγκεντρώσει  μεγάλο αριθμό ανδρών και  πυροβόλων, κρίθηκε  ότι  η  ανάβαση    προς το ύψωμα, ήταν     προορισμένη  να αποτύχει.  Ευτυχώς   αποφασίστηκε η αναβολή της  επίθεσης και έτσι   αποφεύχθηκε μια περιττή αιματοχυσία, όπως αποδείχτηκε λίγες μέρες αργότερα με την επίθεση της Ι Μεραρχίας.

Μετά τις  μάχες για την κατάληψη των υψωμάτων, όπου οι Κρήτες  μαχητές έγραψαν χρυσές σελίδες ανδρείας και δόξας,  οι μονάδες της Μεραρχίας προχώρησαν στην αμυντική οργάνωση των κατεχομένων θέσεων, ενώ ταυτόχρονα  μπήκαν σε  κατάσταση  επιχειρησιακής στασιμότητας.

Οι  Ιταλοί  έχοντας διαπιστώσει, αφενός    τη  μειωμένη επιθετική  δραστηριότητα  της Μεραρχίας και  αφετέρου   ό,τι ήταν  αδύνατον να ανακαταλάβουν  τα  υψώματα,  ξεκίνησαν καθημερινούς   αεροπορικούς βομβαρδισμούς, ενώ το  πυροβολικό τους   έβαλλε  νυχθημερόν με χιλιάδες βλήματα  εναντίον των θέσεων της Μεραρχίας,   δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο  την τροφοδοσία,  κρατώντας τούς άνδρες σε συνεχή υπερένταση,  άυπνους και  προκαλώντας  δεκάδες  νεκρούς και  τραυματίες. Πολλοί από τους νεκρούς  έμεναν άταφοι.

Δυστυχώς το πυροβολικό της Μεραρχίας,  λόγω συχνής   έλλειψης βλημάτων ελάχιστα  απαντούσε στο ιταλικό, ενώ  αρκετά από τα  πολυβόλα  του   είχαν αχρηστευτεί,  άλλα λόγω παλαιότητας, έτος  κατασκευής  1915, άλλα λόγω υπερβολικής χρήσης και άλλα λόγω των  χαμηλών  θερμοκρασιών.

Την ίδια περίοδο  οι πολικές  θερμοκρασίες   προκαλούσαν     καθημερινά δεκάδες παγόπληκτους (κρυοπαγήματα) και το θάνατο πολλών υποζυγίων.

Επί πλέον, οι ψείρες, η  συχνή  έλλειψη   και η κακή ποιότητα τροφής και νερού καθιστούσαν  ακόμη δυσχερέστερη  τη θέση των ανδρών.

Η διοίκηση της Μεραρχίας, με συνεχείς αναφορές προς το 2ο Σώμα Στρατού,    εξηγούσε αυτή  τη δυσχερή θέση  και τους κινδύνους για την ασφάλεια των κατεχομένων   θέσεων, σε περίπτωση παραμονής  της Μεραρχίας στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Ζητούσε, λοιπόν, την αντικατάστασή της.

Ευτυχώς από τις αρχές Μαρτίου  οι καιρικές συνθήκες  άρχισαν  να βελτιώνονται.

Η επιχειρησιακή   στασιμότητα  της Μεραρχίας   διατηρήθηκε μέχρι την Κυριακή  9 Μαρτίου   1941,  όταν ξεκίνησε η   «εαρινή επίθεση» των Ιταλών.

Η επίθεση στράφηκε  εναντίον του κεντρικού τομέα τού  μετώπου, δηλαδή   από τα υψώματα Μπούμπεσι  μέχρι  τα βόρεια αντερείσματα, τα υψώματα, τις  κορυφογραμμές και  τους  οικισμούς   της Τρεμπεσίνας, τα   υψώματα   του όρους Σεντέλι, τα Στενά της Κλεισούρας.

Στη   Μεραρχία  είχε ανατεθεί η υπεράσπιση   των  θέσεων,  τις οποίες με  μεγάλες θυσίες είχε καταλάβει τον περασμένο Ιανουάριο και  Φεβρουάριο.

Η   ιταλική επίθεση   ξεκίνησε στις  7.00 το πρωί της 9ης Μαρτίου  με καταιγιστικά πυρά πυροβολικού και  αεροπορικούς  βομβαρδισμούς    που  διήρκεσαν,   ανάλογα με την τοποθεσία, από μια  μέχρι τρεις ώρες. Η περιγραφή  των βομβαρδισμών και των  κανονιοβολισμών όπως αναφέρουν   στα απομνημονεύματά τους οι αξιωματικοί, αυτόπτες μάρτυρες, Ιωάννης Βερνάρδος  και Γεώργιος Καββος,  είναι  συγκλονιστική.  Και οι δύο χρησιμοποιούν την ίδια  λέξη, «κόλαση».

Τα  χιλιάδες βλήματα και οι  βόμβες ανέσκαπταν  το έδαφος  εκτινάσσοντας τεράστιες ποσότητες χωμάτων, ξερίζωναν  δένδρα,    θρυμμάτιζαν  βράχους, γκρέμιζαν  κτήρια, καπνοί  κάλυπταν  τα πάντα, ο θόρυβος από τις εκρήξεις εκκωφαντικός.

Και ενώ το πυροβολικό  εξακολουθούσε να βάλλει,    ξεκίνησε τις  επιθέσεις του  το ιταλικό  πεζικό. Οι άνδρες της Μεραρχίας αρχικώς αμύνθηκαν  και κατόπιν   αντεπιτέθηκαν. Δόθηκαν  φονικές  μάχες  οι οποίες σε πολλές  περιπτώσεις διήρκεσαν ολόκληρη την ημέρα. Όλες οι επιθέσεις  αποκρούστηκαν.

Παρόμοιο  σκηνικό επανελήφθη  και τη  2η ημέρα της «εαρινής επίθεσης». Οι απώλειες για τους Ιταλούς   ήταν εκατοντάδες νεκροί και τραυματίες. Μικρότερες για τη Μεραρχία.

Εν  τω μεταξύ, οι μονάδες της  Μεραρχίας  είχαν προβλέψει να οχυρώσουν τις  θέσεις  τους κατασκευάζοντας  ξερολιθιές, ατομικά και ομαδικά ορύγματα και  καταφύγια, προφυλαγμένα πολυβολεία και ολμοβολεία, τοποθέτηση   συρματοπλεγμάτων.

Από τη δεύτερη ημέρα της «εαρινής επίθεσης» άρχισε να   διαφαίνεται ότι  η κατάληψη  θέσεων του Ελληνικού Στρατού από το  ιταλικό  πεζικό, παρά την υπεροπλία του,   θα  ήταν  δύσκολη έως  αδύνατη.

Η αντοχή και η μαχητικότητα που επιδείκνυε   ο  Ελληνικός  Στρατός  ήταν αξιοθαύμαστες, παρά τη  συχνή έλλειψη πυρομαχικών και τροφής.

Τις  επόμενες ημέρες  εντάθηκαν   οι βομβαρδισμοί  και τα πυρά του  πυροβολικού,  προκαλώντας  μεγάλες απώλειες στις μονάδες των αμυνομένων, ενώ   μειώθηκαν   σε αριθμό αλλά όχι σε ένταση  οι επιθέσεις του ιταλικού πεζικού. Στον τομέα άμυνας της Μεραρχίας,  όλες  οι επιθέσεις του ιταλικού πεζικού αποκρούστηκαν  με   αντεπιθέσεις οι  οποίες κατέληγαν πάντα  σε  μάχες σώμα με σώμα.

Οι απώλειες σε νεκρούς, τραυματίες και παγόπληκτους ήταν  μεγάλες και από τις δύο πλευρές,  αλλά κυρίως από ιταλικής.

Μεγάλος ήταν και  ο αριθμός των αιχμαλώτων, κυρίως Ιταλών.

Στις 25  Μαρτίου έληξε, με    αποτυχία, η  «εαρινή επίθεση» του ιταλικού στρατού. Οι  ελληνικές δυνάμεις  και η   Μεραρχία,   διατήρησαν   τις θέσεις τους.

Ο αριθμός των νεκρών της Μεραρχίας κατά τη διάρκεια των 15 ημερών της «εαρινής επίθεσης»  υπερέβη  τους  160, ενώ σε πολλές εκατοντάδες ανήλθαν  οι τραυματίες και οι παγόπληκτοι.

Στις 6 Απριλίου ξεκίνησε η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας.

Στις 12 Απριλίου,   το Γενικό Επιτελείο Στρατού  φοβούμενο  την  περικύκλωση  των ελληνικών δυνάμεων στην Αλβανία, λόγω της  προέλασης των Γερμανών, διέταξε τη σύμπτυξη  όλων των μονάδων. Η διαταγή για τη σύμπτυξη   κοινοποιήθηκε στους αξιωματικούς  το βράδυ της 12ης Απριλίου. Ο διοικητής του 1ου τάγματος του 43ου ΣΠ Ιωάννης Βερνάρδος στα απομνημονεύματά του  περιγράφει τα συναισθήματά του όταν έλαβε τη διαταγή σύμπτυξης:

« … Ανεπόλησα  τους κόπους, τας ταλαιπωρίας, τους ενθουσιασμούς, τας ελπίδας και τας τρομακτικάς μας θυσίας ως ηλεκτρικήν  εκκένωσιν εις τον εγκέφαλον και ησθάνθην τους κροτάφους μου να σφυροκοπούνται.  Θα εγκαταλείψωμεν τους νεκρούς εκεί, εις τα χιονοσκεπή όρη της Αλβανίας και ημείς, ένας δοξασμένος και νικηφόρος  στρατός που τον εθαύμασεν  η Οικουμένη, επρόκειτο να  ριθμώμεν εις νέας περιπετείας αγνώστους ακόμη και θλιβεράς,…»

Οι μονάδες  εγκατέλειψαν τις θέσεις τους τη νύχτα της 13ης  προς  14ης   Απριλίου. Μόνο το 2ο και 3ο τάγμα  του 14ου  ΣΠ  Χανίων  παρέμειναν   για  24 ώρες ακόμη   στην Τρεμπεσινα, όπου έδωσαν πεισματώδεις αμυντικές μάχες,  για να καλύψουν την οπισθοχώρηση της Μεραρχίας.

Οι απώλειες της Μεραρχίας, μέχρι τη σύμπτυξη της  ήταν  1.141 νεκροί, 2.025 τραυματίες, 2.553 παγόπληκτους και 434 με διάφορα νοσήματα. Συνολικά 6.153 άνδρες, δηλ. το 1/3 της αρχικής της  δύναμης.

Στις 17 Απριλίου η Μεραρχία, οπισθοχωρώντας   μπήκε σε ελληνικό έδαφος.

Αρχικώς είχε συμφωνηθεί με τους Γερμανούς, ότι  κανείς  Έλληνας στρατιώτης   που πολέμησε στην Αλβανία δεν θα θεωρηθεί αιχμάλωτος  πολέμου, ο γερμανικός στρατός θα παρεμβληθεί  μεταξύ ιταλικού και Ελληνικού Στρατού για να  εμποδίσει τους Ιταλούς να μπουν   σε ελληνικό έδαφος και τέλος,  οι ελληνικές  μονάδες  να  επιστρέψουν στις έδρες τους και οι στρατιώτες να αποστρατευτούν.

Δυστυχώς, μετά την υπογραφείσα συνθηκολόγηση από αξιωματικούς οι οποίοι ενήργησαν χωρίς την άδεια των  Ελληνικών  στρατιωτικών αρχών, οι    στρατιώτες του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου  θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου  με υποχρέωση  να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

Η V Μεραρχία  παρέδωσε τον  οπλισμό της στις  25 Απριλίου.

Πολλοί στρατιώτες  προτίμησαν,  αντί να παραδώσουν τον οπλισμό τους,  να τον κρύψουν, να  τον δώσουν στους ντόπιους  ή   να τον  καταστρέψουν.

Τα συναισθήματα των  στρατιωτών  της Στρατιάς Ηπείρου, από την  ημέρα της σύμπτυξης, μέχρι  την  ημέρα παράδοσης του οπλισμού, είναι δύσκολο να περιγραφούν: απορία, απογοήτευση, πικρία, συγκίνηση, ταπείνωση, θυμός, εκδίκηση.

Επιπλέον  για τους  Κρήτες, αβεβαιότητα  ως προς τον τρόπο επιστροφής  στο νησί.

Μετά από πεζοπορία αρκετών ημερών, τα υπολείμματα της Μεραρχίας  στην  οποία προσκολλήθηκαν   χιλιάδες Κρήτες  στρατιώτες  οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει  τις μονάδες τους,  συνολικά  20.000 άνδρες, πέρασαν  στις 17 Μαΐου 1941 από τη Ναύπακτο   στον Ψαθόπυργο Πελοποννήσου.

Εκεί πληροφορήθηκαν για τη Μάχη της Κρήτης. Εκεί, μετά δεκαήμερη παραμονή  έγινε και   η αποστράτευσής τους.

Από  λιμάνια της  Πελοποννήσου πολλοί   αναχώρησαν   για την  Κρήτη. Άλλοι  κατέληξαν στην Αθήνα, όπου  όσοι δεν είχαν κάποιο φιλικό ή συγγενικό σπίτι, τριγυρνούσαν   κουρελήδες   και   πεινασμένοι.

Πολλοί είχαν «εγκατασταθεί»  γύρω από το  Ζάππειο.

Αρχές Ιουλίου σε  «συσσίτιο» που οργάνωσε η κατοχική  κυβέρνηση στο Παναθηναϊκό Στάδιο,   οι Ιταλοί  και οι Γερμανοί  έκαναν  μπλόκο   και συνέλαβαν  1.200 Κρήτες. Χαρακτηρίστηκαν  αιχμάλωτοι  πολέμου και    μεταφέρθηκαν   σε στρατόπεδο συγκέντρωσης  στη Λάρισα. Στους  δέκα μήνες που έμειναν εκεί, από την πείνα, το κρύο, τις κακουχίες, τις τιμωρίες πέθαναν  περίπου οι εννιακόσοι.

Αρκετοί, από όσους  δεν συνελήφθησαν  στο μπλόκο και    παρέμειναν στην Αθήνα,  πέθαναν από το λοιμό και το βαρύ χειμώνα του 1941-42.

  Ταγματάρχης Ευάγγελος Κουρής

Ένας από  ηρωικότερους αξιωματικούς της V Μεραρχίας Κρητών,  ήταν  ο ταγματάρχης Ευάγγελος Κουρής.

Ο Ευάγγελος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο τo 1898.

O πατέρας του   Χαράλαμπος κατάγονταν από την Ίμπρο Σφακίων και μητέρα του   Σοφία Τσιριντάνη   από τη Χώρα Σφακίων.

Κατοικούσαν  στα Σελλιά Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης. Απέκτησαν  δύο παιδιά, την Ευρυδίκη  και τον Ευάγγελο.

Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες  σπουδές του  σε Σελλιά και  Ρέθυμνο.

Το Μάρτιο του   1917 κατατάχτηκε εθελοντής στον Στρατό. Το 1917-18 πολέμησε  στο Μακεδονικό  Μέτωπο   .

Από το 1919 – 1921, υπαξιωματικός,  πολέμησε  στις μάχες που έδωσε ο Ελληνικός Στρατός στη  Μικρασία (Αϊδίνιο, Κιόσκη, Νασλή, Τσιβρίλ, Καρά- Μπουγιού, Ύψωμα 1799. Στην μάχη  του Γιαπά Χαμάμ,  28 Αυγούστου  1921, τραυματίστηκε.

Το  1924 μονιμοποιήθηκε  με το  βαθμό του Ανθυπασπιστή.

Τον Οκτώβριο του  1940,   υπηρετούσε  με το βαθμό του  Ταγματάρχη –  διοικητή του 2ου Τάγματος  στο    43ο ΣΠ Ηρακλείου  της V Μεραρχίας.

Με το Σύνταγμα  μεταφέρθηκε στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου κατά τον Ελληνοιταλικό πόλεμο του   1940-41.

Στο     «Τάγμα Κουρή», όπως το αποκαλούσαν  στο 43ο ΣΠ,   οι περισσότεροι  στρατιώτες είχαν καταγωγή  από το νομό Ηρακλείου. Γνώριζε  όλους τους στρατιώτες του τάγματος    με το μικρό τους όνομα.

Αρκετοί από τους στρατιώτες του Τάγματος  ήταν  Μεσαρίτες για τους  οποίους είχε μεγάλη  συμπάθεια   επειδή η  αδελφή του Ευρυδίκη  ήταν παντρεμένη  και κατοικούσε  στο Μορόνι της Μεσαράς, την οποία και επισκεπτόταν τακτικά.

Το «Τάγμα  Κουρή», όπως αναφέρουν  οι  συνάδελφοί του αξιωματικοί, Γεώργιος Κάββος, Ιωάννης Βερνάρδος,  αλλά    και  στρατιώτες   του  στα απομνημονεύματα    και  στις προφορικές  τους  μαρτυρίες,   έγραψε  χρυσές  σελίδες ανδρείας και δόξας   το Φεβρουάριο  και το Μάρτιο  του 1941   στην Τρεμπεσίνα  και στο  ύψωμα 1178 του όρους Σεντέλι.

Οι συνάδελφοί  και οι  στρατιώτες   του  τον περιγράφουν ως  διοικητή  εμπειροπόλεμο,  γενναίο, συμπολεμιστή με τους άνδρες του στην πρώτη γραμμή, συνετό,  ακούραστο και υπερήφανο για την Κρητική και Σφακιανή  καταγωγή του. Αγωνιζόταν   για την όσο το δυνατόν καλύτερη   τροφοδοσία των ανδρών  του και  φρόντιζε    με  ιδιαίτερο ενδιαφέρον  τους τραυματίες.

Αποστρατεύτηκε το 1951  με το βαθμό του Συνταγματάρχη.

Πέθανε στην Αθήνα το 1978.

Πηγές :

1.Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος , ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ, Εκδόσεις ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ, Ηράκλειο 1982.

 

2.Ιωάννης  Βερνάρδος, ΤΡΕΜΠΕΣΙΝΑ, Εκδόσεις Αλικιώτης &Υιοί, Αθήνα 1957.

 

  1. Γιώργος Ζωγραφάκης, Αναμνήσεις από τον πόλεμο του 1940-41 στην Αλβανία, ΠΟΛΥΓΥΡΟΣ –ΖΑΡΟΣ 2014.

 

  1. Γεώργιος Κάββος, ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ, Εκδόσεις Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 2013.

 

  1. Μανόλης Ι. Κούνουπας, Νίκησε δύο φορές το θάνατο, η εποποιία, η οδύσσεια και η ματωμένη απόδραση του ανθυπολοχαγού Παντελή Σαββάκη κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ΡΕΘΥΜΝΟ 2011.

 

  1. Γεωργίου Μαργαρίτη,  «Ο μεγάλος πόλεμος της Κρήτης»,   πεπραγμένα του  συμποσίου «Μέρες του 43», Εκδόσεις Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο 2012

 

7 .Γεώργιος Παναγιωτάκης, Εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ Ηρακλείου,  ΟΙ ΚΡΗΤΕΣ ΜΑΧΗΤΕΣ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ, 27 Οκτωβρίου 2009..

 

  1. Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Ε ΙΣΤΟΡΙΚΑ Σου γράφω από το μέτωπο, Οκτώβριος 2010.

 

  1. Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΠΟΥ ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ 7.948 ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ,  29 Οκτωβρίου 1995.

 

  1. Πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης του Eυάγγελου Κουρή

* Ο κ. Μιχάλης Παπαηλιάκης είναι Γεωπόνος- Συγγραφέας

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ