Η επανάσταση του Δασκαλογιάννη στα Σφακιά το 1770 – 1771 και το τραγικό του τέλος

90

Γράφει ο Μιχάλης Στούκας

Το 1669 η Κρήτη που ως τότε ήταν στα χέρια των Βενετών έπεσε στα χέρια των Τούρκων που την πολιορκούσαν από το 1645. Η σκλαβιά για τους Κρητικούς ήταν αβάσταχτη, ιδιαίτερα λόγω της καταπίεσης και των βασανισμών από τους βίαια εξισλαμισμένους συμπατριώτες τους, τους λεγόμενους Τουρκοκρητικούς. Οι μόνοι που διατήρησαν την ανεξαρτησία τους και ορισμένα προνόμια ήταν οι Σφακιανοί που ζούσαν σε απρόσιτες ορεινές περιοχές.
Τα Ορλοφικά και οι Σφακιανοί

Το 1769 τμήμα του ρωσικού στόλου ξεκίνησε για τον Μοριά, για να υποστηρίξει τους Μανιάτες στην εξέγερσή τους εναντίον των Οθωμανών. Ο Έλληνας αξιωματικός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπάζωλης, ένας από τους πρωτεργάτες του ξεσηκωμού των Ελλήνων, ήρθε σε επαφή με τους Κρητικούς και αποφασίστηκε η εξέγερση και της μεγαλονήσου εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής των Κρητικών ήταν ο Γιώργος  Βλάχος ή Δασκαλάκης ή Δασκαλογιάννης.
Είχε γεννηθεί στην Ανώπολη των Σφακίων το 1722 (ή το 1725). Ο πατέρας του ήταν πλούσιος και τον έστειλε να σπουδάσει στο εξωτερικό. Επιστρέφοντας στην Κρήτη απέκτησε σημαντική επιρροή ανάμεσα στους συμπατριώτες του. Μάλιστα, ενώ το αρχικό του επώνυμο ήταν Βλάχος, πήρε το επίθετο Δασκαλογιάννης με το οποίο έμεινε στην ιστορία, λόγω των γνώσεων και της ανδρείας του. Στην Ευρώπη έκοψε χρυσό νόμισμα το οποίο μέχρι σήμερα το φορούν οι Σφακιανές σαν κόσμημα.
Ο Δασκαλογιάννης ανέλαβε επικεφαλής της εξέγερσης των Κρητικών. Τον Φεβρουάριο του 1770 ο ρωσικός στόλος έφτασε στη Μάνη. Ο Δασκαλογιάννης είχε έρθει σε επαφή με τον Παναγιώτη Μπενάκη ηγέτη της εξέγερσης στην Καλαμάτα, Έλληνες εμπόρους στην Τεργέστη και τον Αλέξιο Ορλόφ. Έστειλε μερικούς Σφακιανούς στη Μάνη και συγκέντρωσε περίπου 1.300 πολεμιστές. Όμως ο Ορλόφ δεν έστειλε τη βοήθεια που ζήτησε ο Δασκαλογιάννης, αρκούμενος σε κάποια πολεμοφόδια. Το Πάσχα του 1770 οι Σφακιανοί ξεκίνησαν τις επαναστατικές τους κινήσεις. Αρχικά αρνήθηκαν να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο της προηγούμενης χρονιάς και έδιωξαν τον εισπράκτορα που πήγε να πάρει τον τρέχοντα φόρο.
Στη συνέχεια επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων, σκότωσαν αρκετούς, άρπαξαν τις περιουσίες τους και ανάγκασαν τους υπόλοιπους να κρυφτούν στα φρούρια. Αυτή η κατάσταση δημιούργησε επαναστατικές τάσεις και στην υπόλοιπη Κρήτη. Ο σουλτάνος θορυβημένος διέταξε όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις του νησιού, περίπου 15.000 άνδρες (η Σωτηρία Αλιμπέρτη κάνει λόγο για 35.000, αριθμό μάλλον υπερβολικό) να χτυπήσουν τους Σφακιανούς και να αποτρέψουν τις επαναστάσεις σε άλλα σημεία της Κρήτης.

Ο άνισος αγώνας Σφακιανών-Τούρκων
Πριν το ξεκίνημα της επανάστασης οι Τούρκοι είχαν στείλει δύο κληρικούς στους Σφακιανούς για να τους προτείνουν να καταθέσουν τα όπλα. Ο Δασκαλογιάννης αρνήθηκε και τους ανακοίνωσε ότι είναι έτοιμος να αναμετρηθεί μαζί τους. Οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεση με τη βοήθεια πυροβολικού. Κυρίευσαν επίκαιρες θέσεις, κατέλαβαν μερικά χωριά, όπως την Ανώπολη όπου επιδόθηκαν σε λεηλασίες και έσφαξαν πολλούς από τους αιχμαλώτους που συνέλαβαν.

Ο G.A. Olivier στο βιβλίο του «ATLAS POUR SERVIR AU VOYAGE DANS L’ EMPIRE OTHOMAN L’ EGYPTE ET LA PERSE», γράφει: «Τέσσερις μήνες κράτησαν οι σκληρές συγκρούσεις. Όλα τα χωριά τους (ενν. των Σφακιανών) πυρπολήθηκαν, τα κοπάδια και τα άλλα υπάρχοντά τους λεηλατήθηκαν και οι ίδιοι πολιορκούνταν πάνω στα βουνά χωρίς καμιά ελπίδα, χωρίς στέγη, βασανιζόμενοι από μύριες κακουχίες στερημένοι από τα πάντα. Τελικά αναγκάστηκαν να δεχτούν τους όρους υποταγής που πρότειναν. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου οι Τούρκοι πήραν πλήθος αιχμαλώτων και τους έσερναν σαν μεταφορικά ζώα φορτωμένους με τα σκεύη και τα πολεμοφόδια και σε ώρες μάχης τους έβαζαν μπροστά σαν προμαχώνες».

Οι Σφακιανοί που είχαν μεταφέρει τις οικογένειές τους στα Κύθηρα, τον Μάρτιο του 1771 πρότειναν να σταματήσουν τον πόλεμο αν αμνηστεύονταν. Οι Τούρκοι δέχτηκαν μεν τις προτάσεις τους αλλά με επαχθείς όρους: να πληρώνεται ο κεφαλικός όρος «κατά κεφαλήν» και όχι όπως πριν «κατ’ αποκοπήν» (5.000 γρόσια), να παραδοθούν οι Οθωμανοί που είχαν αιχμαλωτιστεί, να μην χορηγούν οι Σφακιανοί τρόφιμα στα πολεμικά σκάφη που περιέπλεαν την Κρήτη και να παραδοθούν στον πασά του Χάνδακα για να τιμωρηθούν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης. Υπήρχαν και άλλοι όροι όπως η ενδυμασία των «ραγιάδων», η ανέγερση νέων εκκλησιών και οι κωδωνοκρουσίες ενώ σημαντικό πλήγμα δέχτηκε και η αυτοδιοίκηση των Σφακιανών γιατί προβλεπόταν η αφαίρεση της δικαστικής εξουσίας από τους κοινοτικούς άρχοντες.
Η σύλληψη και το τραγικό τέλος του Δασκαλογιάννη
Ο Γιώργος Δασκαλογιάννης βλέποντας την τραγική εξέλιξη της επανάστασης δέχτηκε να μεταβεί στον Χάνδακα (Ηράκλειο) με τους οπαδούς του πιστεύοντας ότι έτσι θα ελαφρύνει τη θέση του. Μάλιστα ο αδελφός του Νικόλαος που είχε ήδη συλληφθεί του είχε στείλει επιστολή στην οποία, κάτω από τον φόβο για τη δική του ζωή, του έγραφε ότι ο πασάς ήταν πρόθυμος να του δώσει αμνηστία και να σταματήσει την καταδίωξη του αν κατέθετε τα όπλα και πήγαινε να τον προσκυνήσει. Τον διαβεβαίωνε μάλιστα για τις αγαθές προθέσεις του πασά του Χάνδακα.
Όπως γράφει όμως η Σωτηρία Αλιμπέρτη στο τέλος της επιστολής ο Νικόλαος έγραψε μ.μ.μ δηλαδή μη, μη, μη (έρθεις) ή κατά άλλη εκδοχή το γράμμα Μ με την υπογραφή του νομίζοντας ότι ο αδελφός του θα καταλάβαινε. Δυστυχώς όμως ο Ιωάννης Δασκαλογιάννης πήγε στον Χάνδακα. Ο Τούρκος πασάς τον δέχθηκε αρχικά με φιλοφρονήσεις και περιποιήσεις. Του πρόσφερε «καφέ γλυκό σε χρυσό φλιτζάνι και τσιμπούκι γιασεμί» κατά το δημοτικό άσμα. Αμέσως μετά όμως τον συνέλαβε και προσπάθησε να μάθει πού είχε κρυμμένους τους θησαυρούς του. Τελικά τον παρέδωσε στους δήμιους οι οποίοι τον έγδαραν ζωντανό με πυρόπετρες στις 17 Ιουνίου 1771. Τραγικό θάνατο βρήκαν και πολλοί από τους οπαδούς του.

Κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν μετά από τρία χρόνια και επέστρεψαν στα Σφακιά. Το τραγικό τέλος της επανάστασης των Σφακιανών είχε δραματικές συνέπειες για ολόκληρη την Κρήτη. Οι τρεις πασάδες της Κρήτης έλαβαν ακόμα πιο καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των Χριστιανών και δημιούργησαν με τις δυσβάσταχτες επιβαρύνσεις που επέβαλαν αφόρητη κατάσταση για τους Έλληνες κατοίκους της Μεγαλονήσου οι οποίοι λιγόστεψαν επικίνδυνα. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο Χάνδακας, πολυάνθρωπη ως τότε πόλη, έμεινε με ελάχιστους κατοίκους καισχεδόν ερημώθηκε.

Μαρία Δασκαλογιάννη: η απίστευτη ιστορία της κόρης του Γιώργου Δασκαλογιάννη
Οι κόρες του Δασκαλογιάννη, Μαρία και Ανθούσα όταν οι Τούρκοι πολιορκούσαν τα Σφακιά είχαν οπλιστεί και πολεμούσαν μαζί με τον πατέρα τους. Κατά τη φυγή των γυναικόπαιδων προς το Λουτρό, το λιμάνι της περιοχής των Σφακίων όπου περίμεναν πλοία για να τα μεταφέρουν στα Κύθηρα, η Μαρία έπεσε στα χέρια των Τούρκων ενώ δεν είναι γνωστό τι έγινε με την Ανθούσα. Τα άλλα παιδιά του Δασκαλογιάννη, Νικόλαος, Ανδρέας και Ελευθερούσσα, κατάφεραν να σωθούν και πήγαν στα Κύθηρα. Η Μαρία Δασκαλογιάννη, γνωστή ως Χρυσομαλλούσα, είχε σπάνια ομορφιά.
Την κράτησε αρχικά αιχμάλωτη στο σαράι του ο πασάς του Χάνδακα και μετά τον θάνατο του πατέρα της την έδωσε ως σύζυγο στον Δεφτερδάρη (επικεφαλής του θησαυροφυλακίου) ή κατά άλλες πηγές Διερμηνέα του, Αμπλουσαμέτ πασά. Σύμφωνα με τη Σωτηρία Αλιμπέρτη αυτός ήταν ένας αγαθός άνθρωπος που αγάπησε πολύ τη Μαρία και σεβάστηκε τη θρησκεία της. Και η Μαρία όμως έδειξε μεγάλη αφοσίωση στον Οθωμανό σύζυγό της. Κάποια στιγμή έφυγαν από την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Το ζευγάρι απέκτησε δύο παιδιά, τα οποία πέθαναν μετά τον θάνατο του πατέρα τους το 1806.
Η Μαρία έμεινε μόνη έχοντας κληρονομήσει μεγάλη περιουσία από τον σύζυγό της. Έγινε μοναχή και έδινε τα χρήματα σε αγαθοεργίες. Στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τους Φαναριώτες και όταν χήρεψε την ανέλαβε υπό την προστασία της η οικογένεια του Μεγάλου Διερμηνέως Μουρούζη. Τον Μάρτιο του 1821 έφτασε στην Πόλη ένα μπρίκι από την Κρήτη που μετέφερε για πώληση φορτίο ελαιόλαδου. Το πλοίο και το φορτίο ανήκαν στον Ανδρέα Λαδά και τον Μανούσο Δασκαλάκη, εγγονό του Δασκαλογιάννη από τον γιο του Ανδρέα. Στο μπρίκι επέβαινε ως γραμματέας και ο επίσης εγγονός του Δασκαλογιάννη, Γεώργιος Δασκαλάκης, ο επονομαζόμενος Τσελεπής λόγω του κάλλους, της γενναιότητας και του αρχοντικού του ύφους. Το πλοίο ήταν έτοιμο να αναχωρήσει όταν μαθεύτηκε η εισβολή του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία. Η Πύλη απαγόρευσε κάθε απόπλου ελληνικών πλοίων από τα τουρκικά λιμάνια.
Κάποια στιγμή εμφανίστηκε στην προκυμαία όπου βρισκόταν το μπρίκι, μια ηλικιωμένη μοναχή συνοδευόμενη από μια νέα και ωραία κοπέλα και έναν σωματοφύλακα. Ήταν η Μαρία Δασκαλογιάννη και η νεαρή συνοδός της ονομαζόταν Ηράκλεια Καρατζά με καταγωγή από την ονομαστή φαναριώτικη οικογένεια. Η Μαρία ζητούσε να βρει πλοίο για να μεταβεί στη μονή της Τήνου. Κάποια στιγμή ρώτησε και στο κρητικό μπρίκι. Εκεί της απάντησαν ότι ήταν έτοιμοι να αναχωρήσουν για την Κρήτη όταν απαγορεύτηκε ξαφνικά ο απόπλους τους. Η Μαρία δίχως να αποκαλύψει την ταυτότητά της είπε απλώς ότι κατάγεται από την Κρήτη και ότι αν δέχονταν να την αποβιβάσουν στην Τήνο θα φρόντιζε σύντομα να τους δοθεί άδεια απόπλου. Φεύγοντας πήγε στον Μουρούζη, και πήρε έγγραφη άδεια. Το ίδιο βράδυ συνοδευόμενη από σωματοφύλακες για να προστατευτεί από τους γενίτσαρους και τη νεαρή Ηράκλεια έφτασε στην προκυμαία και επιβιβάστηκε στο μπρίκι.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έγινε η συγκινητική αναγνώριση της Μαρίας Δασκαλογιάννη και των ανιψιών της. Φθάνοντας στην Τήνο, η Μαρία αρραβώνιασε την Ηράκλεια Καρατζά με τον ανιψιό της Γεώργιο. Παράλληλα χωρίς να έχει ξεχάσει ποτέ την ιστορία του πατέρα της, έγραψε στον έμπιστό της, Κωνσταντινουπολίτη Νικόλαο Ζερβό, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος τότε στη Μεγαρίδα, να συγκροτήσει σώμα εκλεκτών πολεμιστών με δικά της έξοδα και να πάει στη Σάμο. Στη Σάμο πήγε και ο Γεώργιος Δασκαλάκης. Εκεί συνάντησε τον Ζερβό με τους άνδρες του και άλλους οπλαρχηγούς. Όλοι μαζί πήγαν στην Κρήτη αποβιβαζόμενοι στο Λουτρό Σφακίων.
Ο Γεώργιος (Τσελεπής) Δασκαλάκης στις 15 Ιουνίου 1821 ήταν ένας από τους πρώτους που ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στην Κρήτη. Έδωσε πολλές μάχες με τους Τούρκους και σκοτώθηκε στον Κάντανο Χανίων τον Δεκέμβριο του 1822. Η θεία του Μαρία Δασκαλογιάννη και η Ηράκλεια Καρατζά είχαν μείνει στην Τήνο.
Η «Χρυσομαλλούσα» Μαρία Δασκαλογιάννη έφυγε από τη ζωή το 1823 και άφησε όση περιουσία της είχε απομείνει στον ναό της Ευαγγελίστριας του νησιού.
ΥΓ. Αφιερώνω αυτό το άρθρο σε δύο σπουδαίους επιστήμονες και ανθρώπους από την Κρήτη. Τον Ακαδημαϊκό, Ομότιμο Καθηγητή Γλωσσολογίας του ΕΚΠΑ κύριο Χριστόφορο Χαραλαμπάκη και τον κορυφαίο Γναθοχειρούργο, Ομότιμο Καθηγητή της Οδοντιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ κύριο Νικόλαο Παπαδογεωργάκη.
Πηγές:
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΩΤΗΡΙΑ Ι. ΑΛΙΜΠΕΡΤΗ, «ΑΙ ΗΡΩΪΔΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ», Α’ Έκδοση 1931, Β’ Έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝ, ΑΘΗΝΑ 2021
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΑΘΑ, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, σελ. 171, σημ. 24 από τον επιμελητή της έκδοσης Κ.Ι. Τσαούση

Πηγή: protothema.gr