«Δεν κατέχω γιάντα, μα ετούτες τση μέρες, όλο τον Μανώλα σκέφτομαι…»

3675

Γράφει ο Μιχάλης Σταράκης*

Τον Μανώλα, τον χαμάλη, τον άπλυτο, τον μαύροκακομοίρη φαμέγιο των πολλών στο Μεγάλο Κάστρο, όλοι τον κοροϊδεύανε.
Όλοι απού δεν ήσανε σαν κι αυτόν.
Με πρώτους, τους μεγαλονοικοκυραίους απού δεν ανεχόντουσαν να θωρούνε αθρώπους σαν τον Μανώλα ν’ αναπνένε τον ίδιο αέρα μ’ αυτούς.
Κι ας εκατέχανε όλοι οι Καστρινοί, πως ο Μανώλας ήτανε ο πρώτος και μεγαλύτερος αιμοδότης της Χώρας.
Κι ας ετρέχανε στο Μανώλα όλοι που είχανε ανάγκη από αίμα σε κάποια δύσκολη ώρα τους.
Κι ας εκατέχανε όλοι οι Καστρινοί, πως στις φλέβες τους μπορούσε και να κυλά το αίμα του Μανώλα, απού εμοίραζε το αίμα του σ’ όλους απού το ‘χανε ανάγκη, όχι από φιλανθρωπία, μα από την επιταγή του Μέγα Χρέους.
Μήτε μια φορά δεν τονε θυμούμαι να θύμωσε, να αγανάχτησε, να εξοργίστηκε από τα πειράγματα που εσφεντουρούσανε εναντίον του οι καθωσπρέπει Καστρινοί.
Πάντα χαμογελαστό τονε θυμούμαι, ζεμένο στο χαμαλοκάροτσο του, να κουβαλά αγόγγυστα τα μπράτη των αλλωνών, και τον δικό του πόνο.
Πάντα τονε θυμούμαι, να παραμερίζει τις ειρωνείες, τις απαξιώσεις και τις χυδαιότητες, να κάνει χώρο, για να μπορεί να τρέχει να χαρίζει το αίμα του σ’ εκείνους που τον ειρωνευόντουσαν, που τον απαξίωναν, που χυδαιολογούσαν σε βάρος του.
Μόνο μια φορά τονε θυμούμαι μανισμένο.

Ήτανε στη Χανιόπορτα, εκουβάλιε καρέκλες με το καρότσι του, όταν είδα μια καρέκλα να παλατζέρνει και να ‘τανε έτοιμη να πέσει στο δρόμο. Είχα τρέξει φωνιάζοντας, είχα σταθεί πίσω από το καρότσι και έσπρωχνα την καρέκλα να πάει πιό μέσα.
Είχε γυρίσει την κεφαλή του ο Μανώλας, είδε με ίντα ‘κανα και μου ‘βαλε τση φωνές.
»Φύγε μπρε μη χτυπήσεις κι άσε με αμοναχό μου να τση σάξω», μου ‘χε πει και βάλθηκε να ξαναντανιάζει τση καρέκλες.
Τονε θυμούμαι και σακατεμένο από το ζέψιμο του καροτσιού του κι από τα βάρυτα των χρόνων και της μοναξιάς, να σέρνει τα πόδια του στο Βαλιδέ Τζαμί, με τη χέρα του μισοτεντωμένη και την απαλάμη του μισάνοιχτή, περήφανος διακονιάρης, γυρεύοντας μια στάξη διακονιάς από τση διαβάτες.
Τονε θυμούμαι σ’ εκείνονα το δρόμο, όπου του κοντοσίμωσε ένα τσιγγανάκι, ζητώντας του ελεημοσύνη.
Είχε βάλει τη χέρα του στην τσέπη του ο Μανώλας, είχε βγάλει όσα κέρματα ήσανε μέσα, τα ‘χε δώσει στο τσιγγανάκι και του ‘χε πει εκείνη την κουβέντα που θα με στοιχειώνει όσο θα ζώ:
»Πάρε τα, δεν έχω άλλα, κι εγώ διακονιάρης είμαι».
Δεν κατέχω γιάντα, μα ετούτες τση μέρες, όλο τον Μανώλα σκέφτομαι…

* Ο Μιχάλης Στρατάκης είναι συνταξιούχος Δημοσιογράφος από τις Γκαγκάλες του Δήμου Γόρτυνας