Χειμερινή λίπανση της ελιάς: βασικές αρχές και συνήθη λάθη

381

Γράφει ο Δρ. Γεώργιος Ψαρράς, ΕΛΓΟ «Δήμητρα» – Ινστιτούτο Ελιάς, Υποτροπικών Φυτών και Αμπέλου (τεύχος 86, Ελιά & Ελαιόλαδο)

Παραδοσιακά, η λίπανση της ελιάς γίνεται με εφαρμογή στο έδαφος τη χειμερινή περίοδο, με μικρές διαφοροποιήσεις χρονικά για τις διάφορες περιοχές της χώρας, αλλά ουσιαστικά εντός της περιόδου των βροχοπτώσεων. Ειδικά για τις ελαιοποιήσιμες ποικιλίες, ή γενικότερα για περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν εφαρμόζεται υδρολίπανση, ο χειμώνας εξακολουθεί να αποτελεί την εποχή όπου πραγματοποιείται η σημαντικότερη (από άποψη ποσότητας) προσθήκη θρεπτικών στοιχείων στον ελαιώνα. Παράλληλα, πέρα από την εφαρμογή χημικών λιπασμάτων, την ίδια περίοδο εφαρμόζονται και άλλες πρακτικές, που συνεισφέρουν ή επηρεάζουν τη θρέψη των ελαιοδένδρων, όπως η εφαρμογή κοπριάς ή κόμποστ, η χλωρά λίπανση, η ασβέστωση του εδάφους κ.λπ. Επομένως, οι συνέπειες από τα όποια λάθη γίνουν τη συγκεκριμένη περίοδο θα εμφανιστούν ως προβλήματα θρέψης κατά τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου και σε αρκετές περιπτώσεις δε θα είναι εύκολο να διορθωθούν.

Σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου είναι να συνοψίσει μερικές βασικές αρχές που αφορούν τη χειμερινή λίπανση, καθώς και να αναφερθούν συγκεκριμένα λάθη που διαπιστώνονται συχνά ακόμη και σήμερα, παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα από αυτά έχουν εντοπιστεί και επισημανθεί εδώ και κάποιες δεκαετίες. Στους στόχους του άρθρου δεν περιλαμβάνεται η αναφορά σε δοσολογίες λίπανσης, διότι αυτές θα πρέπει να έχουν καθοριστεί από αναλύσεις φύλλων και εδάφους, για τις οποίες υπήρξε σχετική αναφορά στο προηγούμενο τεύχος του Ελιά & Ελαιόλαδο. Τέλος, υπενθυμίζεται ότι οι ελλείψεις που εμφανίζονται συχνότερα στους ελαιώνες αφορούν τα στοιχεία άζωτο, κάλιο και βόριο, στα οποία επικεντρώνονται κυρίως και οι παρακάτω επισημάνσεις, ενώ το στοιχείο που διαπιστώνεται συχνότερα σε περίσσεια είναι ο φώσφορος.

Χρόνος εφαρμογής της λίπανσης

Είναι δεδομένο ότι τα διαφορετικά θρεπτικά στοιχεία κινούνται με διαφορετική ταχύτητα στο προφίλ του εδάφους και επομένως χρειάζονται διαφορετικούς χρόνους για να γίνουν διαθέσιμα στο φυτό. Το άζωτο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ευκίνητου στοιχείου, στη νιτρική του μορφή. Αντίθετα, το κάλιο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα στοιχείου που δεν μετακινείται γρήγορα σε βάθος, ώστε να φτάσει εγκαίρως στην περιοχή των ριζών. Το αποτέλεσμα είναι να παρατηρούνται αρκετά συχνά ελλείψεις στα φύλλα μέσα στην καλλιεργητική περίοδο, ειδικά σε συνθήκες έλλειψης νερού (ξηρικοί ελαιώνες) και σχετικά βαριά εδάφη, ακόμη και σε χρονιές κατά τις οποίες εφαρμόζεται επαρκής καλιούχος λίπανση.

Με βάση τα παραπάνω είναι προφανές ότι η ταυτόχρονη εφαρμογή αζώτου και καλίου δεν αποτελεί την ιδανική στρατηγική λίπανσης. Εφόσον τα δύο στοιχεία εφαρμοστούν νωρίς, υπάρχει το ενδεχόμενο να υπάρξει υπερβολική κίνηση του αζώτου σε βάθος (ειδικά σε περιοχές με υψηλές βροχοπτώσεις) και επομένως αυξημένες απώλειες. Αντίθετα, εφόσον εφαρμοστούν αργά, δεν θα υπάρξει επαρκής μετακίνηση του καλίου σε βάθος, με αποτέλεσμα να μην είναι διαθέσιμο στα φυτά μέσα στο καλοκαίρι. Γενικός, λοιπόν, κανόνας είναι ότι η χρήση απλών αντί σύνθετων λιπασμάτων είναι πιο αποτελεσματική. Η εφαρμογή στοιχείων όπως το κάλιο ή ο φώσφορος γίνεται στην αρχή της χειμερινής περιόδου των βροχοπτώσεων, ενώ η εφαρμογή του αζώτου προς το τέλος της συγκεκριμένης περιόδου. Σχετικά νωρίς στην περίοδο των βροχοπτώσεων θα πρέπει επίσης να εφαρμόζονται: α) λιπάσματα που περιέχουν τα περισσότερα από τα υπόλοιπα θρεπτικά στοιχεία (π.χ. φώσφορος, ασβέστιο, μαγνήσιο, ψευδάργυρος), β) ή κοπριά ή άλλα οργανικά υλικά και γ) τα περισσότερα οργανικά λιπάσματα και εδαφοβελτιωτικά, τα οποία χρειάζονται κάποιον χρόνο μέχρι να ενεργοποιηθούν ή απελευθερώσουν θρεπτικά στοιχεία στο έδαφος. Τέλος, το βόριο καλό είναι να εφαρμόζεται μετά το μέσο περίπου της περιόδου των βροχοπτώσεων κάθε περιοχής.

Εξίσου σημαντική παράμετρος, ειδικά για τα αμμωνιακά αζωτούχα λιπάσματα, είναι οι κλιματικές συνθήκες που θα ακολουθήσουν μετά την εφαρμογή. Αποτελεί κανόνα ότι δεν εφαρμόζουμε τα κλασικά αμμωνιακά λιπάσματα αν δεν αναμένεται άμεσα βροχόπτωση. Εφόσον μετά την εφαρμογή τους ακολουθήσει παρατεταμένη ξηρή περίοδος και σχετικά υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες, θα αυξηθούν δραστικά οι απώλειες του αζώτου προς την ατμόσφαιρα και θα μειωθεί αντίστοιχα το ποσοστό του λιπάσματος που τελικά θα είναι διαθέσιμο στα φυτά εντός της καλλιεργητικής περιόδου.

Τέλος, για τα αζωτούχα λιπάσματα υπάρχει διαφοροποίηση στον χρόνο εφαρμογής τους, ανάλογα με τον τύπο του λιπάσματος. Έτσι, αζωτούχα λιπάσματα σε αμμωνιακή μορφή εφαρμόζονται αφήνοντας ένα διάστημα περίπου 3 εβδομάδων (αναλόγως και με τις θερμοκρασίες κάθε περιοχής) πριν το αναμενόμενο τέλος των βροχοπτώσεων ή την έναρξη της ενεργοποίησης των δένδρων, ώστε να δώσουμε χρόνο για την μετατροπή τους σε νιτρική μορφή, η οποία είναι αξιοποιήσιμη από τα φυτά. Αντίθετα, αζωτούχα λιπάσματα σε νιτρική μορφή μπορούν να εφαρμοστούν προς το τέλος των χειμερινών βροχοπτώσεων ή μετά τις αρχές της άνοιξης (εφόσον υπάρχουν βροχοπτώσεις), αφού στη συγκεκριμένη μορφή μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα από τα φυτά.

Επιλογή τύπου λιπάσματος

Με τη βοήθεια της τεχνολογίας, οι επιλογές που υπάρχουν σήμερα στην αγορά είναι πολύ περισσότερες σε σχέση με τα «κλασικά» λιπάσματα που ήταν διαθέσιμα στο παρελθόν, ενώ έχει αυξηθεί σημαντικά και η διαθεσιμότητα διάφορων «εδαφοβελτιωτικών» προϊόντων, τα οποία μπορεί να συνεισφέρουν ή να διευκολύνουν έμμεσα την απορρόφηση των θρεπτικών στοιχείων από το έδαφος. Μερικές βασικές αρχές στην επιλογή ενός «κλασικού» λιπάσματος εξακολουθούν να ισχύουν, όπως:

  • Σε εδάφη με όξινο pH και μηδενικά ποσοστά ανθρακικού ασβεστίου δεν εφαρμόζουμε λιπάσματα που συμβάλλουν στη μείωση του pH (ενδεικτικά: θειική αμμωνία), διότι σε βάθος χρόνου θα δημιουργήσουμε συνθήκες εδάφους που δεν θα ευνοούν την πρόσληψη συγκεκριμένων θρεπτικών στοιχείων από τα ελαιόδενδρα, γεγονός που θα οδηγήσει στη μείωση της παραγωγικότητάς τους.
  • Σε εδάφη με αυξημένη αλατότητα αποφεύγουμε τη χρήση λιπασμάτων που περιέχουν χλώριο (ενδεικτικά: χλωριούχο κάλιο), διότι θα συμβάλουν στην επιδείνωση του προβλήματος.
  • Σε ελαιώνες με υψηλή διαθεσιμότητα φωσφόρου στο έδαφος και περίσσεια φωσφόρου στα φύλλα αποφεύγουμε τη χρήση σύνθετων λιπασμάτων που περιέχουν το συγκεκριμένο στοιχείο, διότι θα επιδεινώσει την έλλειψη ιχνοστοιχείων όπως ο ψευδάργυρος.

Όσον αφορά την επιλογή λιπασμάτων που ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες, αλλά και εν γένει τη μεγάλη ποικιλία εδαφοβελτιωτικών που διατίθενται στην αγορά, ισχύει ένας γενικός κανόνας: Η επιλογή αυτή θα είναι αποδοτική μόνο εφόσον ακολουθηθούν πιστά οι οδηγίες που παρέχει η παρασκευάστρια εταιρεία ως προς τον βέλτιστο χρόνο εφαρμογής. Τελευταία, αποτελεί όλο και πιο συχνό φαινόμενο τα αποτελέσματα φθινοπωρινών αναλύσεων σε εδάφη όπου εφαρμόστηκαν λιπάσματα που αποδίδουν αργά το άζωτο στην καλλιέργεια, να δίνουν τιμές νιτρικού αζώτου στο έδαφος ιδιαίτερα υψηλές, γεγονός που σημαίνει ότι το άζωτο παρέμεινε στο έδαφος και δεν αξιοποιήθηκε πλήρως από την ελιά στη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου. Γι’ αυτό το αποτέλεσμα δεν ευθύνεται φυσικά το λίπασμα, αλλά η λανθασμένη πρακτική του παραγωγού να το εφαρμόσει καθυστερημένα τη χειμερινή περίοδο, σε εποχή που έχει συνηθίσει στο παρελθόν να εφαρμόζει και τα «κλασικά» αζωτούχα λιπάσματα.

Τρόπος εφαρμογής

Μερικοί βασικοί κανόνες που αφορούν την εφαρμογή (διασπορά) των λιπασμάτων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  • Τα λιπάσματα εφαρμόζονται σε μεγάλη επιφάνεια του εδάφους και όχι τοπικά σε δυο τρία σημεία: με αυτό τον τρόπο το λίπασμα γίνεται διαθέσιμο σε μεγαλύτερο τμήμα του ριζικού συστήματος και αποφεύγονται περιπτώσεις τοξικότητας από υψηλή συγκέντρωση κάποιων στοιχείων τοπικά.
  • Λιπάσματα που διαλύονται εύκολα και περιέχουν στοιχεία ευκίνητα στο έδαφος (π.χ. η πλειονότητα των αζωτούχων λιπασμάτων) εφαρμόζονται κατά κανόνα επιφανειακά.
  • Λιπάσματα που περιέχουν στοιχεία που μετακινούνται δύσκολα στο έδαφος (φώσφορος, κάλιο) καλό είναι να ενσωματώνονται, σε αγρούς όμως όπου ενδείκνυται η καλλιέργεια του εδάφους. Αντίθετα, αν έχουμε ελαιώνες σε επικλινή αγροτεμάχια, η καλλιέργεια του εδάφους μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα διάβρωσης του εδάφους και απώλειας θρεπτικών στοιχείων, τα οποία είναι σημαντικότερα σε σχέση με τα οφέλη της ενσωμάτωσης των λιπασμάτων.
  • Το ίδιο ισχύει (με τους ίδιους περιορισμούς) και για την ενσωμάτωση οργανικών υλικών στο έδαφος.
  • Σε περιοχές ή/και χρονιές με εκτεταμένη περίοδο ξηρασίας από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, έχει διαπιστωθεί ότι ειδικά για το κάλιο δεν υπάρχει σημαντική απορρόφηση του στοιχείου πέραν της αρδευόμενης ζώνης. Επομένως, σε αρδευόμενους ελαιώνες, τα καλιούχα λιπάσματα ίσως είναι προτιμότερο να εφαρμόζονται κατά μήκος της αρδευόμενης ζώνης, αντί για την κλασική διασπορά κάτω από όλη την κόμη του δένδρου. Με τον τρόπο αυτό αυξάνεται η συνολική ποσότητα που θα αξιοποιηθεί από το φυτό εντός της καλλιεργητικής περιόδου.

Κλείνοντας, να επισημάνουμε ότι η υπερλίπανση, ή η μη εφαρμογή στοιχείων που λείπουν στον ελαιώνα, είναι συνήθως θέμα κακής προετοιμασίας, που εντοπίζεται στην εμπειρική εφαρμογή της λίπανσης και όχι στον υπολογισμό των αναγκών σε θρεπτικά στοιχεία βάσει των αναλύσεων εδάφους και φύλλων. Όμως, οι βασικοί κανόνες που αναφέρθηκαν παραπάνω μπορεί να αποδειχθούν εξίσου σημαντικοί, διότι, εφόσον δεν εφαρμοστούν, μπορεί να οδηγήσουν σε αποτυχίες που συνοδεύονται από ένα υψηλό κόστος εφαρμογής. Αυτό διότι μπορεί μεν να εφαρμόζονται οι σωστές δόσεις λίπανσης, αλλά το αποτέλεσμα είναι σημαντικό ποσοστό θρεπτικών στοιχείων να μην είναι τελικά διαθέσιμο στα φυτά εντός της καλλιεργητικής περιόδου. Και αυτό είναι εξίσου «μη ορθολογικό», όσο και η εμπειρική εφαρμογή της λίπανσης.

Πηγή: olivenews.gr