Χαρμολύπη! «Αγαπημένη μου Μάνα…»

687

Γράφει ο Αντώνης Ε. Στιβακτάκης

Αγαπημένη μου Μάνα,

Πέρασαν ήδη σαράντα ημέρες από εκείνο το Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2021, που σημάδεψε τη ζωή σου και τη ζωή μας.

Έφυγες και πέταξες προς την αιωνιότητα τόσο ήρεμα και τόσο γαλήνια, όσο ήρεμη και γαλήνια ήταν ολόκληρη η μακροχρόνια ζωή σου.

Έφυγες από εκεί που έζησες τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια, από το σπίτι μας στην πλατεία Κορνάρου, περιτριγυρισμένη από πρόσωπα που αγαπούσες και σε αγαπούσαν και θα μπορούσες να τους προσφέρεις ως δώρο την ίδια σου τη ζωή.

Έφυγες μια ώρα και μια στιγμή που μέχρι τότε είχες κρατήσει χωρίς εκπτώσεις τον νου σου, την αξιοπρέπειά σου, την αίσθηση και την επίγνωση των πραγμάτων και γνώριζες καλά ότι από εκείνη την ώρα και μετά τα πράγματα θα δυσκόλευαν πολύ και θα γινόσουν, όπως νόμιζες βάρος!!

Βάρος, εσύ (!!!) που μια ολόκληρη ζωή πρόσφερες σε όλους αρχοντική αγάπη, δηλαδή αγάπη χωρίς ανταλλάγματα, εσύ που ποτέ δεν ζήτησες ούτε ήθελες κάτι για τον εαυτόν σου, αλλά προσέφερες τα πάντα, όσα μπορούσες, στην οικογένειά σου και στους πέραν αυτής, ιδιαίτερα αν ήξερες ότι είχαν ανάγκη.

Βάρος, εσύ (!!!) που ποτέ δεν ήθελες κάτι «περιττό», που ποτέ δε ζήτησες ούτε χρησιμοποίησες, αν και είχες τη δυνατότητα να το κάνεις, δώρα ακριβά, φορέματα, χρυσαφικά, στολίδια, πολυτέλειες, γιατί τα θεωρούσες περιττά, δευτερεύοντα και πίστευες ότι το πραγματικό στολίδι σε έναν άνθρωπο είναι η απλότητα!!

Ήσουν πάντα απλή, ολιγαρκής, ασκητική, αληθινή, γνήσια κι όλα αυτά σου προσέδιδαν ένα λιτό, δωρικό, μοναδικό, ασύγκριτο μεγαλείο που ήταν και το κύριο χαρακτηριστικό της ζωής σου.

Εσύ, Μάνα μου, θυμάμαι, επιζητούσες και αγαπούσες :

  • Ένα ωραίο βιβλίο, μια λεπτή σιγανή μουσική, ένα αγριολούλουδο από τις εξοχές του Χόνδρου όπου, ιδιαίτερα την άνοιξη, υπήρχαν άπειρα και ευωδίαζαν.
  • Το γλυκοκελάηδημα των πουλιών που μαζεύονταν συνήθως τα πρωινά στην αυλή του σπιτιού μας, στο περιβόλι της «Μαμάνας», που ήταν μια γοητευτική ζωγραφιά μπροστά στην αυλή μας.
  • Το κελάηδημα της πέρδικας που πάντα φρόντιζε ο Πατέρας και υπήρχε στο σπίτι μας, ελέυθερη, ποτέ σε κλουβί, γιατί δεν άντεχες να τη βλέπεις «σκλαβωμένη».
  • Ένα μπουκέτο βιαννίτικα λουλούδια που σου έστελνε η γιαγιά – μητέρα σου από τη Βιάννο, κάθε φορά που ερχόταν στο σπίτι μας στο Χόνδρο ο παππούς.
  • Ένα κλαδί μοσχομύριστου βασιλικού που καθημερινά σου πρόσφερε η γιαγιά – πεθερά σου, λέγοντας σου «Ορίστε, κυρία δασκάλα».

Δεν θα πω τίποτε για την επιτέλεση του λειτουργήματός σου ως δασκάλας, γιατί τα λένε καθημερινά και τα είπαν και μάλιστα κατά τρόπον συγκλονιστικό οι μαθητές σου κατά την ώρα της εξοδίου ακολουθίας που έγινε την Κυριακή 10 Ιανουαρίου, μετά τη Θεία Λειτουργία.

Όμως, επειδή υπήρξα κι εγώ μαθητής σου, μαρτυρώ και ομολογώ ότι πολλές φορές νόμισα ότι με «αδικούσες», χάριν άλλων συμμαθητών και συμμαθητριών μου!! Βλέπεις, επειδή ήμουν γιος σου, νόμιζα ο ανόητος ότι είχα ειδικά προνόμια στο σχολείο. Εσύ, όμως, στεκόσουν πάντα ψηλά, στο θεόρατον ύψος μιας γνήσιας, αληθινής δασκάλας που αγαπούσε, ενθάρρυνε και άμειβε με τα ίδια κριτήρια όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές της. Κι όταν αργότερα το κατάλαβα αυτό, ανέβηκες ακόμη πιο ψηλά στη συνείδησή μου και στην ψυχή μου!!

Τα περισσότερα χρόνια της υπηρεσίας σου ως δασκάλας τα υπηρέτησες στον Χόνδρο όπου έφθασες το φθινόπωρο του 1947, προερχόμενη από το Τζερμιάδο, και παρέμεινες εκεί έως το 1976 που τοποθετήθηκες ως Διευθύντρια στο 2ο Δημοτικό Σχολείο Τυμπακίου και εν συνεχεία στο 4ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου από το οποίο συνταξιοδοτήθηκες το 1981.

Ήσουν, Μάνα μου, πραγματικά ερωτευμένη με τον Χόνδρο. Με τη φύση του, με τα λουλούδια που φύτρωναν στις εξοχές του, με τα γάργαρα νερά που κυλούσαν στις πηγές και τα ποτάμια του, με τις πέρδικες που κελαηδούσαν στις βουνοπλαγιές του, με τα ήθη και τα έθιμα, τα πανηγύρια και γενικά με τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή, την απλότητα και τη γνησιότητα των κατοίκων του.

Εδώ συνάντησες και τον αγαπημένο σου σύζυγο με τον οποίο ζήσατε μαζί πάνω από πενήντα χρόνια και δημιουργήσατε την οικογένειά σας, τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονά σας.

Τους 2-3 τελευταίους μήνες, αγαπημένη μου Μάνα, «είχες επιστρέψει» ολοκληρωτικά και περιδιάβαινες καθημερινά στο αγαπημένο σου χωριό, στην Απάνω Βιάννο, την Αρχόντισσα της Κρήτης, όπως την έλεγες και κυρίως όπως την έζησες στα νιάτα σου, κατά τη διάρκεια των παιδικών και εφηβικών χρόνων της ζωής σου.

Γι’ αυτό και τη θυμόσουν πάντα πολυάνθρωπη, ακμαία, με τις παραδόσεις της, τα ήθη και τα έθιμά της, τη μουσική της παράδοση, τις καντάδες, τα πανηγύρια της, την ηχηρή παρουσία της σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, πολλά από τα οποία έχεις περιγράψει, υμνήσει και απαθανατίσει στην ποιητική συλλογή σου.

Κι ήσουν τυχερή σ’ αυτό, γιατί δεν έζησες ούτε θέλησες να ζήσεις, να γνωρίσεις και να διαπιστώσεις τη σημερινή «παρακμή» της που την έχει κάνει αγνώριστη.

Είχες επιστρέψει στο Σωρό, στην Αγία Πελαγία, στο πατρικό σπίτι του πατέρα σου όπου γεννήθηκες το 1924. Στην Αχλαδούρα με τις κερασιές που, όταν ανέβαινε ο πατέρας σου να μαζέψει τα κεράσια, άφηνε σκόπιμα να πέφτουν κάποια στο χώμα, για να τα μαζέψεις εσύ και να σου δώσει τη χαρά της συμμετοχής σ’ αυτήν την εργασία. Στον Αϊ-Γιάννη το Ριγολόγο στο Λουτράκι, στη ρεματιά του Γαμπριγιέλε με τα γάργαρα τρεχούμενα νερά, τους άγριους πανσέδες και τα αηδόνια. Στο αμπέλι του Παπα-Ταβλή που έπαιζες κρυφτό με τον παππού σου το Γελασογιώργη, στα Τσιγκούνια, στο Σκανταλιανό, στο Κονοστάσι.

Στο γερο-Πλάτανο που τον τραγούδησες μ’ ένα ωραίο πολύστιχο τραγούδι, στο σπίτι σας «στο Μουρέλο του Μπορέ» που ήταν «στέκι» των κανταδόρων της Βιάννου και κάτω από τη φυλλωσιά του χιλιοακούστηκε η μαντινάδα :

«Άντε ν’ αλλάξεις πέρασμα, φεγγάρι μου, απ’ τη Βιάννο

και δε μπορώ τσ’ αργατινές τον ύπνο μου να χάνω».

Το σπίτι σας αυτό, λόγω και του επαγγέλματος της γιαγιάς (μοδίστρα), υπήρξε σημείο συνάντησης συγγενών, συγχωριανών, φίλων που μάλιστα κάθε Κυριακή, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας στην Αγια-Κατερίνα, περνούσαν «από της Μαριάνθης» για να πιουν τον καφέ τους.

Σε άκουσα να λες νοσταλγικά πολλές φορές ότι το σπίτι σας ήταν «φτωχικό, αλλά πάντα ανοικτό, χαρούμενο και φιλόξενο»!!

Στο Μυρταρά, στο Σκλαβό με την κρυστάλλινη πηγή και τις μυρωδάτες μυρτιές που έκαναν αψίδα στο δρομάκι. Η μυρτιά ήταν το φυτό που «λάτρευες», γι’ αυτό πιστεύω ο Θεός σού έκανε πολύτιμο δώρο στην καθημερινότητά σου μια αυτοφυή μυρτιά που φύτρωσε στην αυλή του σπιτιού μας, την οποία φρόντιζες με επιμέλεια καθημερινά κι αυτή πρόσφερε τα μυρωδάτα κλαδιά της να σε συνοδεύσουν και να στολίσουν τη στερνή σου κατοικία.

Στο ιστορικό Δημοτικό Σχολείο που έμαθες τα πρώτα γράμματα, κοντά σε αξιόλογους δασκάλους και στο γεραρό Γυμνάσιο Βιάννου στο οποίο πάντα αρίστευες και είχες την καλή τύχη να έχεις σπουδαίους καθηγητές όπως ο Σταύρος Λουλάκης, ο Στάθης Μάστορας κ.ά. Είχες και πολλούς συμμαθητές και δύο συμμαθήτριες, που τους θυμόσουν πάντα με αγάπη και νοσταλγία και ζητούσες να μάθεις γι’ αυτούς. Βλέπεις, είχες «το προνόμιο, την τύχη», αλλά και «την τραγικότητα» να κλείσεις εσύ αυτόν τον υπέροχο κύκλο ζωής και να τους συναντήσεις όλους μαζί στην αιωνιότητα.

Ρωτούσες ακόμη να μάθεις για τους συγχωριανούς σου, τους συγγενείς, τους γνωστούς, τους φίλους. Για τον Επιθεωρητή Γιάννη Μανδαλάκη, τον συγγενή και κουμπάρο σας, τη δασκάλα Κατίνα Βαρδιατζάκη, τη Μαρίκα, την Καίτη, τη Στέλλα… Ήξερες ότι η Ελενίτσα η αδελφή σου «έφυγε»! Πόνεσες και έκλαψες πολύ, όπως και για τον Πατέρα που έφυγε λίγο αργότερα, αφιερώνοντάς τους από ένα συγκλονιστικό ποίημα στον καθένα!! Όμως σου κρύψαμε την αναχώρηση των άλλων, γιατί όταν σου λέγαμε ότι ήταν «μαζί» μας και ήταν «καλά», χαιρόσουν αφάνταστα. Φαντάζομαι τώρα την έκπληξή σου, όταν θα τους αντικρίσεις να σε περιμένουν στην αιώνια πατρίδα!! Είμαι σίγουρος ότι θα τους πεις : «Αυτό το παλιόπαιδο, ο Αντώνης, ήταν τόσο πειστικός, μου το έλεγε τόσο φυσικά και αληθινά, που με ξεγέλασε και τον πίστεψα!! Όμως ξέρω ότι το έκανε από αγάπη και γι’ αυτό τον συγχωρώ»!!

Ναι, αγαπημένη μου Μάνα, πάντα συγχωρούσες και ποτέ δεν κράτησες κακία σε κανένα και για τίποτα. Η αγνή ψυχή σου που πέταξε σαν πουλάκι στους ουρανούς ήταν καθαρή και κρυστάλλινη σαν το νερό του Γαμπριγιέλε, της πηγής στο Σκλαβό και της Φλέγας του Άϊ-Γιώργη στο Χόνδρο που τόσο ωραία περιέγραψες και ύμνησες στα ποιήματά σου!!

Ένα καλοκαίρι, όταν ήμουν 10-11 ετών, μου είπες ότι θα μου κάνεις ένα δώρο – έκπληξη, διαφορετικό από τ’ άλλα, που ήσουν σίγουρη ότι θα μου άρεσε πολύ. Δεν κατάλαβα ο ανόητος τι ακριβώς εννοούσες, νόμισα ότι ήταν κάτι από εκείνα που θεωρούσες περιττά και ανώφελα!! Τότε μου είπες ότι θα πηγαίναμε οι δυο μας στη Βιάννο, με τα πόδια (!!) να επισκεφθούμε τον παππού και τη γιαγιά. Η αλήθεια είναι ότι χάρηκα πολύ, ενθουσιάστηκα!!

Ξεκινήσαμε…περάσαμε από τον Μύλο και τον Κωστιανό, που τότε ακόμη κατοικούνταν, αντικρίσαμε την Αγία Παρασκευή, ανηφορίσαμε στ’ Αλωνάκια, κατηφορίσαμε στην Ποταμίσσα, περάσαμε το γραφικό γεφυράκι, διασχίσαμε τα Λιβάδια που τότε ήταν αληθινός παράδεισος της φύσης (και σήμερα είναι αγνώριστα), φτάσαμε στο Σκανταλιανό, πήγαμε από τον Αβγό, ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια, φτάσαμε στην Πλατεία, στον Πλάτανο, στη βρύση και φτάσαμε στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς τους οποίους κυριολεκτικά λάτρευα, γιατί και οι δύο ήταν αξιολάτρευτοι!! Κι όταν με ρώτησες, άν μου άρεσε αυτός ο περίπατος, σου απάντησα ότι μου άρεσε πολύ, αλλά την άλλη φορά «θέλω να πάμε με το γάδαρό μας» !! Θυμάμαι ότι ξέσπασες σε γέλια και έκτοτε το έλεγες και το ξανάλεγες, κυρίως στον Πατέρα, και γελούσατε με την καρδιά σας κοιτάζοντάς με πάντα με κατανόηση και αγάπη!!

Στην επιστροφή πήγαμε από το Μαυρικό, περνώντας πρώτα από τον Άγιο Κωνσταντίνο όπου ανάψαμε τα καντήλια και αφήσαμε μια ανθοδέσμη στο σημείο που είχε ταφεί το αδελφάκι σου, το Γιωργάκι, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τη ζωή και «έφυγε» μόλις 10 έτων περί το 1940. Πρώτη φορά σε αντίκρισα να κλαις γοερά, με αναφιλητά και δεν μπόρεσα να κρατηθώ κι εγώ. Θυμάμαι που έτρεξα και σε αγκάλιασα κι εσύ με χάιδεψες στο κεφάλι και με παρηγόρησες λέγοντάς μου ότι το Γιωργάκι μάς βλέπει από τον ουρανό, ξέρει ότι το αγαπάμε και στενοχωριέται που μας βλέπει να κλαίμε.

Ύστερα προχωρήσαμε προς το κατάρρυτο Μαυρικό, τις πηγές, τα χαντάκια, του Καβρού, την Κάτω Βιάννο, το παλιό μονοπάτι, το Λενικό και φτάσαμε στο χωριό. Πού να ήξερα τότε ότι κάνοντας με τα πόδια αυτή την πορεία, εκτός των άλλων, ήθελες να με προετοιμάσεις και να μου γνωρίσεις τη διαδρομή που ένα χρόνο μετά θα ήταν αναπόσπαστη με την καθημερινότητά μου, αφού έφτανε η ώρα να φοιτήσω μαζί με τα άλλα Χοντριγιανάκια στο Γυμνάσιο Βιάννου!!

Πέρασαν τα χρόνια, ο παππούς και η γιαγιά έφυγαν για την αιωνιότητα και κάποτε, που είχαμε πάει στον Άϊ-Νικόλα να ανάψουμε το καντήλι στον τάφο τους, μου ζήτησες να σε πάω μέχρι τον Άϊ-Γιάννη τον Ριγολόγο στο Λουτράκι, που στα νιάτα σου συμμετείχες στο πανηγύρι του και όταν ήσουν παιδί σε είχε κάνει καλά από τον πυρετό!! Ήσουν πολύ συγκινημένη, τα μάτια σου ήταν βουρκωμένα και η γλυκιά νοσταλγία ξεχείλιζε από την καρδιά σου και την ψυχή σου. Όμως, τα πράγματα δεν ήταν όπως τα περίμενες, όπως τα άφησες στο μακρινό παρελθόν την νιότης σου και της ζωής σου. Σχεδόν «τίποτε» δεν σου θύμιζε το «τότε»!! Έψαξες να βρεις το αγίασμα που έτρεχε από το πηγάδι μέσα στο ναό, τα θεόρατα δέντρα που περιτριγύριζαν σαν φύλακες την εκκλησία…..όλα σχεδόν είχαν αλλάξει. Μόνη παρηγοριά σου η εκκλησία του Άϊ-Γιάννη που ήταν στη θέση της ταπεινή, δωρική, κατανυκτική, ανοικτή….σαν να σε καλωσόριζε!!

Αργότερα μου ζήτησες να σε πάω στο Σκλαβό. Δεν ανταποκρίθηκα αμέσως, έχοντας υπόψη μου την τραυματική εμπειρία του Άϊ-Γιάννη στο Λουτράκι. Γι’ αυτό πήγα πρώτα μόνος μου στο Σκλαβό, να εντοπίσω την πηγή, τις μυρτιές, το πηγαδάκι, το περιβόλι του παππού και αναλόγως να πράξω. Δυστυχώς, εδώ τα πράγματα ήταν χειρότερα, γιατί διαπίστωσα ότι όλα ήταν «κάτι άλλο», εντελώς διαφορετικό από εκείνο που γνώρισες, που έζησες και που ήλπιζες να συναντήσεις. Κι ήμουν κι εγώ πολύ τυχερός, γιατί στα παιδικά μου χρόνια πρόλαβα κι εγώ το Σκλαβό στις δόξες του και μπορούσα τώρα να κάνω τη σύγκριση και τη μελαγχολική διαπίστωση.

Βρήκα, λοιπόν, την πρόφαση ότι δήθεν ο δρόμος δεν έφθανε ως εκεί και σου ήταν πολύ δύσκολο να περπατήσεις και να φτάσεις στο περιβόλι του παππού. Δεν ήθελα να βιώσεις άλλη μια διάψευση και απογοήτευση, άλλη μια τραυματική εμπειρία.

Σου είπα ότι ο Σκλαβός ήταν όπως τον ήξερες και τον έζησες. Η πηγή, σου είπα, αναβλύζει τα γάργαρα νερά της, οι μυρτιές μοσχοβολούν και σχηματίζουν ακόμη την «αψίδα» τους στο δρομάκι και το περιβόλι του παππού, που κάποτε ήταν πλούσιο από κάθε είδους κηπουρικά κι ανάμεσά τους μοσχοβολούσαν οι βασιλικοί και οι καντιφέδες, μπορεί τώρα να ήταν ακαλλιέργητο, αλλά οι κυδωνιές και οι ρογδιές βρίσκονταν στη θέση τους ζωντανές, ακμαίες, καρποφόρες, έτοιμες να σε καλωσορίσουν και να σου προσφέρουν τους καρπούς τους. Φυσικά, όλα αυτά ήταν ψέματα, προφάσεις όχι «εν αμαρτίαις», αλλά για να μην στενοχωρηθείς και δοκιμάσεις απέραντη απογοήτευση.

Θυμάμαι, Μάνα μου, ότι βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση, γιατί μου ζήτησες να ξαναπάω όποτε μπορέσω στο Σκλαβό, να σου φέρω μυρτιές και έστω ένα κυδώνι και ένα ρόδι!! Πήγα και τα αγόρασα, έκοψα και μυρτιές και σου τα έφερα. Είμαι σίγουρος ότι κατάλαβες ότι δεν ήταν από το Σκλαβό, αλλά δεν είπες τίποτε…..δεν ήθελες να με κάνεις να ντραπώ γι’ αυτήν την κοροϊδία!! Εξάλλου ήσουν σίγουρη ότι αυτό το έκανα από αληθινή αγάπη.

Έτσι ήσουν, Μάνα μου, πάντα, σε όλες τις στιγμές και τις εκφάνσεις της ζωής σου!!! Έτσι σε γνώρισα, έτσι σε έζησα, έτσι σε αποχαιρέτησα για την αιωνιότητα. Δεν άλλαξες καθόλου. Παρέμεινες πάντα ευαίσθητη, ολιγαρκής, ασκητική, γλυκιά, γαλήνια, ευγενική, αλτρουίστρια, οικτίρμων, συγκαταβατική, βαθύτατα ανθρώπινη, ίσως κάποτε και λίγο «μελαγχολική», αλλά η «μελαγχολία» αυτή είχε πάντα μια «χαρμολυπητική» διάθεση και διάσταση.

Σε ευχαριστώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου για ό,τι και όσα μου πρόσφερες και μας πρόσφερες.

Σε ευχαριστώ γιατί με γέννησες, γιατί ξενύχτησες άπειρες φορές στο προσκεφάλι μου, γιατί προσπάθησες να εμφυσήσεις στην καρδιά μου και να την μπολιάσεις με τις πανανθρώπινες αξίες και τα ιδανικά που πίστευες και για τα οποία αγωνίστηκες αθόρυβα, αλλά αποτελεσματικά, σ’ ολόκληρη την 97χρονη ζωή σου!!

Σε ευχαριστώ, Μάνα μου, γιατί από την πρώτη στιγμή δέχθηκες χωρίς επιφυλάξεις, αγάπησες και είχες σαν πραγματικά δικό σου παιδί, την αγαπημένη σύζυγό μου και νύφη σου, τη Μαρία μου, η οποία τα σαράντα περίπου χρόνια της συνύπαρξής σας αισθάνθηκε και απόλαυσε τη μητρική στοργή και αγάπη σου και το ανύστακτο αλλά πάντα «διακριτικό» ενδιαφέρον σου. Είμαι σίγουρος ότι το ίδιο θα έλεγαν και οι αδελφές μου για τους συζύγους τους και γαμπρούς σου, τον Αντώνη και το Νίκο.

Σε ευχαριστώ γιατί πολύ νωρίς, με φυσικό και αβίαστο τρόπο, με οδήγησες στο πνευματικό περιβόλι του Παπαδιαμάντη, του Καρκαβίτσα, του Κονδυλάκη, του Ξενόπουλου, του Καζαντζάκη, του Μυριβήλη, του Τερζάκη, του Βιζυηνού, του Σολωμού, του Κάλβου, του Βαλαωρίτη, του Παλαμά, του Μαβίλη, του Σικελιανού, του Δροσίνη, του Πολέμη, του Καβάφη, του Βάρναλη, του Βρετάκου, του Ρίτσου…

Σε ευχαριστώ για τη γλυκύτητα και το φτερούγισμα της ψυχής μου κάθε φορά που σε άκουγα, σχεδόν εκστατικός, να απαγγέλεις σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο (Πατέρας κι εμείς τα τρία παιδιά σας) ποιήματα που γνώριζες απέξω, όπως Η Λίμνη του Λαμαρτίνο, οι Ωδές του Κάλβου, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου και Το Σπίτι που Γεννήθηκα του Παλαμά, Ο Βράχος και το Κύμα και ο Αστραπόγιαννος του Βαλαωρίτη, ο Ματρόζος του Στρατήγη, Το Ηλιοβασίλεμα και Το Κέντημα του Μαντηλιού του Κρυστάλλη, η Λήθη του Μαβίλη, ο Μισεμός του Πολέμη, το Χώμα Ελληνικό του Δροσίνη, η Ιθάκη του Καβάφη, το Ηχήστε οι Σάλπιγγες του Σικελιανού, Η Μάνα του Χριστού του Βάρναλη, η Εαρινή Συμφωνία και Η Σονάτα του Σεληνόφωτος του Ρίτσου, Το Παιδί με τη Σάλπιγγα του Βρεττάκου, το Άξιον Εστί του Ελύτη, ο Τελευταίος Σταθμός του Σεφέρη….

Θυμάμαι, Μάνα μου, που μας καθήλωνες στις θέσεις μας για πολλή ώρα ακούγοντάς σε προσεκτικά, σχεδόν κατανυκτικά και πολλές φορές ο Πατέρας, πολύ συγκινημένος, σχεδόν βουρκωμένος, ζητούσε να επαναλάβεις κάποια ποιήματα που τον άγγιζαν και τον συγκινούσαν βαθύτατα. Ήταν κάτι που κι εσύ απολάμβανες με όλη τη δύναμη της ψυχής σου και ήταν όλο αυτό από τις πιο ευχάριστες εκφάνσεις της οικογενειακής ζωής μας.

Σε ευχαριστώ, Μάνα μου, και για το «Φτωχό Άγιο» του Παπαδιαμάντη που, όταν ήμουν μαθητής στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, μου ανέθεσαν να τον διαβάσω σε κάποια εκδήλωση που έκαναν η Ε΄ και η ΣΤ΄ τάξεις. Αφού μου τον διάβασες 2-3 φορές υποδειγματικά, μ’ έβαλες και τον διάβασα ίσως και 20 φορές (!!) για να μπορέσω να τον αποδώσω «άριστα» όπως μου είπες. Στο τέλος κουράστηκα, ίσως και να βαρέθηκα, με πήραν τα κλάματα κι εσύ με πλησίασες, με χάιδεψες με κατανόηση και μου είπες πολύ πειστικά : «Τα αγαθά κόποις κτώνται», όταν το διαβάσεις στο Γυμνάσιο, μπροστά στους Καθηγητές και στους μαθητές, θα καταλάβεις ότι ο κόπος που κατέβαλες δεν πήγε χαμένος.

Κι όταν έγινε η εκδήλωση και τα πήγα πολύ καλά, επέστρεψα στο σπίτι λάμποντας από χαρά και ικανοποίηση και σου είπα : «Είχες δίκιο, σήμερα κατάλαβα πραγματικά ότι πρέπει να κοπιάσεις πολύ για να πετύχεις κάτι καλό». Κι εσύ αισθάνθηκες απέραντη ικανοποίηση, γιατί κατάλαβες ότι «πήρα το μάθημά μου».

Σε ευχαριστώ και για το «μάθημα» που έλαβα και για τα δάκρυα που έτρεξαν από τα μάτια μου, όταν σε άκουσα να «συνομιλείς» σαν να ήταν άνθρωπος με τη γάτα που περιτριγύριζε στην αυλή του σπιτιού μας στο Ηράκλειο και σου κρατούσε συντροφιά τις ώρες που αναγκαστικά έμενες μόνη, πλησιάζοντας στο τζάμι της πόρτας ή σκαρφαλωμένη στο παράθυρο και κοιτάζοντάς σε με τα σπινθηροβόλα μάτια της.

«Είσαι και συ μόνη και αισθάνεσαι και συ μοναξιά» της έλεγες!! «Όμως δεν είναι έτσι, γιατί έχομε συντροφιά η μία την άλλη, εγώ έχω εσένα και εσύ εμένα»!!

Η γάτα νιαούριζε αγγίζοντας το πόδι της στο τζάμι λες και συμφωνούσε μαζί σου!!

Στάθηκα για λίγο, σκούπισα τα δάκρυά μου και ύστερα μπήκα στο δωμάτιό σου. Κατάλαβες ότι σε άκουσα και προσπάθησες να δικαιολογηθείς, νομίζοντας ότι μ’ αυτά τα λόγια σου με στενοχώρησες. Σου είπα ότι δεν άκουσα τίποτε, ήμουν πειστικός, το πίστεψες και ανακουφίστηκες. Όμως αυτό το περιστατικό έγινε αφορμή να σου κρατήσω τότε συντροφιά αρκετές ώρες και έκτοτε φροντίζαμε να μένεις μόνη όσο λιγότερες ώρες ήταν δυνατόν!!

Σε ευχαριστώ και για την παιδαγωγία που λάβαμε και για όσα άλλα ζήσαμε τα χρόνια που ήσουν κοντά μας στο Ηράκλειο και για όσα βιώσαμε κατά τη διάρκεια της «ανημποριάς» σου!! Δεν σε άκουσα ποτέ να μεμψιμοιρείς, να παραπονιέσαι, να έχεις απαιτήσεις. Ήσουν σιωπηλή, κατανυκτική, υπομονετική, συχνά έκανες το σταυρό σου και πάντα το πρόσωπό σου ακτινοβολούσε ελπίδα!!

Χαίρομαι, Μάνα μου, γιατί έφυγες ευτυχισμένη, είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Μου το επιβεβαίωσε απόλυτα, εκτός των άλλων, το αγγελικό χαμόγελό σου που έσταζε βάλσαμο μητρικής αγάπης, γαλήνης και ελπίδας με το οποίο μας κοίταζες όλους (παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα) λίγο πριν «βυθιστείς» στη γαλήνια, κατανυκτική σιωπή, η οποία το Σάββατο έγινε αιώνια και φτερούγισες σαν πουλάκι στην αιωνιότητα!!

Στη ζωή του ο άνθρωπος και ιδιαίτερα ο χριστιανός, αγαπημένη μου Μάνα, βιώνει μια συνεχή και αδιάλλειπτη κατάσταση, η οποία εναλλάσσεται αέναα και σημαδεύει την παρουσία και την πορεία του σ’ αυτή τη ζωή.

Είναι η συνεχής εναλλαγή ή και η συνύπαρξη της χαράς με τη λύπη, του σταυρού και του πάθους με την Ανάσταση!!

Αυτό εκφράζεται συμβολικά αλλά και ουσιαστικά με τη λέξη χαρμολύπη, μια από τις πιο όμορφες και πιο ποιητικές λέξεις της μοναδικής γλώσσας του Ομήρου, που πλέον των 4.000 ετών χρωματίζει με τα καταπληκτικά χρώματά της και αρωματίζει με τα υπέροχα αρώματά της την ιστορία και την παρουσία αυτού του τόπου και αυτού του λαού στα μονοπάτια της ιστορίας!!

Αυτή την ουράνια γλυκύτητα της χαρμολύπης, που ήξερες καλά τι σημαίνει, μας χάρισες με τη θανή σου (!!) εκείνο το Σάββατο. Μια ημέρα νωρίτερα είχαμε υποδεχθεί όλοι μαζί τον ερχομό στη ζωή της δισεγγονούλας σου, γεγονός που περίμενες με λαχτάρα και ήθελες να το ζήσεις σ’ αυτή τη ζωή (!!!) όπως είχες ζήσει πριν από 15 μήνες τον ερχομό του δισέγγονού σου και δοκίμασες την απερίγραπτη χαρά να τον πάρεις και να τον κρατήσεις στην αγκαλιά σου!!

Κι όταν πια το πληροφορήθηκες, το ήρεμο πρόσωπό σου έλαμψε από χαρά και άφησες την ψυχή σου ελεύθερη να σπάσει τα γήινα «δεσμά» και να πετάξει χαρούμενη και ευτυχισμένη στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.

Η σύντομη «ασθένειά» σου και η κοίμησή σου, Μάνα μου, υπήρξε για μας παιδαγωγία και ήταν το τελευταίο πολύτιμο δώρο που μας πρόσφερε η απέραντη μητρική αγάπη σου.

Μάνα μου, σε ευχαριστούμε για ΟΛΑ!! Ήσουν και είσαι για μας οδηγός και παιδαγωγός ζωής, οδηγός και φωστήρας «εν αυχμηρώ τόπω».

Εκεί που πήγες συνάντησες τον πολυαγαπημένο μας Πατέρα και σύζυγό σου, που θαύμαζες και λάτρευες. Τους γονείς σου, τα αδέλφια σου, την οικονόμο του σπιτιού μας που πάντα την έβλεπες σαν μέλος της οικογένειάς μας, τις κουνιάδες σου, που σου στάθηκαν σαν πραγματικές αδελφές σου, τους παππούδες και τις γιαγιάδες, τους θείους, τις ξαδέλφες σου, τις φίλες σου και τόσους άλλους γνωστούς και φίλους.

Στην υποδοχή, φαντάζομαι τη γιαγιά Μαριάνθη να σε καλωσορίζει, προσφέροντάς σου ένα μπουκέτο πανσέδες από του Γαμπριγιέλε και μυρτιές από το Σκλαβό και τη γιαγιά Ασπασία ένα ευωδιαστό κλαδί βασιλικό και να σου λέει «Ορίστε, κυρία δασκάλα», όπως έκανε και έλεγε πάντα!!

Εκεί, Μάνα μου, θα συναντηθούμε κι εμείς, όταν θα έρθει η ώρα!! Είμαι σίγουρος γι’ αυτό!!

Καλήν αντάμωση!!

Η Δ’ Τάξη του Γυμνασίου Βιάννου το 1940

Οι τρεις συμμαθήτριες είναι :Αικατερίνη Ε. Γελασακη(αριστερά), Ελπίς Χλειουνακη, Δήμητρα Τ. Παπαμαστορακη

Οι άρρενες είναι :από αριστερα(πάνω σειρά) :Γεώργιος Μιζερακης (Σκινιας), Μιχαήλ Βαβουρανακης (Άνω Βιαννος), Εμμανουήλ Στυλιανακης (Άνω Βιαννος), Φιλοκτήτης Λουλακης(Άνω Βιάννος), Ιωάννης Δραμιτινος

 (Μάρθα), Ιωάννης Κασαπακης (Άνω Βιάννος), Δημήτριος Γαρεφαλακης (Σκινιας)

από αριστερά (κάτω σειρά) : Εμμανουήλ Χατζακης(Άγιος Βασίλειος), Γεώργιος Τρουλακης (Άνω Βιαννος), Δημήτριος Αποστολάκης (Καραβαδω), Εμμανουήλ Φουρναρακης (Άνω Βιάννος), Παναγιώτης Σηφακης (Άνω Βιάννος) 

Διακρίνονται, επίσης, οι Καθηγητές: Κοντοποδης-φιλόλογος(αριστερά), Τσιριγωτακης-φυσικός(δεξιά)