Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης: Το Άγιον Όρος και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης

728

Γράφει ο Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης

Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω εξαρχής ότι η «γνωριμία» μου με τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη δεν έγινε, όπως θα ήταν φυσικό, κατά τη διάρκεια των εγκύκλιων σπουδών μου στο τότε γεραρό και χαρακτηριζόμενο και ως «μικρό Πανεπιστήμιο» Γυμνάσιο Βιάννου, όπως έγινε με τον άλλο κορυφαίο και μείζονα των Ελληνικών Γραμμάτων, τον συντοπίτη του Σκιαθίτη, συνονόματο και τριτεξάδελφό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (1851 – 1911).

Μάλιστα, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, κατά τη διάρκεια ενός αφιερώματος που έκανε το Γυμνάσιό μας στον μεγάλο και άγιο της ελληνικής διηγηματογραφίας, όπως χαρακτηρίζαμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ανέγνωσα το διήγημα «Φτωχός Άγιος».1 Η ανάγνωση άρεσε πολύ, προκάλεσε συγκίνηση και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο είπα την τελευταία φράση «Και ύστερον πώς να μη μοσχοβολά το χώμα», που η Καθηγήτριά μας στα Ελληνικά, όποτε με έβλεπε και για αρκετό καιρό την επαναλάμβανε με στόμφο, χαρίζοντάς μου έτσι το παρωνύμιο «Και ύστερον πώς να μη μοσχοβολά το χώμα», το οποίο με συνόδευε έκτοτε κατά τη διάρκεια της μετέπειτα σχολικής μου ζωής.

Τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη άρχισα να τον «γνωρίζω» και να αποκτώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτόν δέκα χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1985, στη γοητευτική απλωταριά της Καλύβης των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων στα δυτικά Κατουνάκια του Αγίου Όρους, τη γνωστή και ως Καλύβη των Δανιηλαίων Πατέρων,2 στην οποία ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης βρέθηκε πολλές φορές, αποκτώντας ιδιαίτερη πνευματική σχέση και επικοινωνία με τον ιδρυτή της Καλύβης Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη, τον Σμυρναίο (1846 – 1929), αυτή τη μεγάλη κι αρχοντική πνευματική μορφή της αθωνικής ερήμου, ο οποίος ήταν γνώριμος και πεφιλημένος εν Χριστώ Αδελφός και του Αγίου Επισκόπου Πενταπόλεως Νεκταρίου (1846 – 1920) με τον οποίο διατηρούσε τακτική αλληλογραφία.

Εκεί, λοιπόν, στην Καλύβη των Δανιηλαίων Πατέρων, άκουσα με ιδιαίτερη συγκίνηση τους Πατέρες και ιδιαιτέρως τον μακαριστό πλέον Γέροντα Γρηγόριο Αβραμίδη (1932 – 2016) να ομιλούν γι’ αυτόν με αδελφική αγάπη (πράγματι τον θεωρούσαν και τον θεωρούν αγαπητό εν Χριστώ αδελφό τους), με θαυμασμό, με κατάνυξη και να τονίζουν ιδιαίτερα την υιική αφοσίωσή του και την υπακοή που έκανε στον Γέροντα Δανιήλ.

Από τότε, λοιπόν, άρχισα σιγά σιγά να συνειδητοποιώ ποιά ήταν αυτή η μεγάλη και ιερή, θα έλεγα, μορφή των Ελληνικών Γραμμάτων, που σχεδόν αγνοούσα, σίγουρα είχα παραμελήσει και αδικήσει, βλέποντας τον κυριολεκτικά υπό την σκιάν του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του οποίου το ιλαρόν και συνάμα λαμπερό φως, που εκπέμπει το έργο του, είχε και προφανώς έχει ακόμη κατακλύσει και κατακυριεύσει την ψυχή μου!!

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, γεννημένος στη Σκιάθο στις 15 Οκτωβρίου 1850, είχε τις πνευματικές απαρχές και αναφορές του στον θείο του Δημήτριο Επιφανίου, τον μετέπειτα Ιερομόναχο Διονύσιο, τον περίφημο Γέροντα, τον τελευταίο των Κολλυβάδων, ο οποίος αναδείχθηκε σε μία από τις πλέον πνευματικές φυσιογνωμίες του τόπου του και της εποχής του και του οποίου το ήθος και η πνευματική υπόσταση επηρέασαν βαθύτατα το έργο τόσο του Μωραϊτίδη, όσο και του Παπαδιαμάντη, οι οποίοι ως συγγραφείς – λογοτέχνες αξιοποίησαν τη δύναμη του λόγου, ώστε να εκφράσουν και να προβάλουν την αδιαμφισβήτητη αλήθεια της μυστηριακής ζωής της Εκκλησίας, μέσα από την έντονη λειτουργική ζωή του νησιού τους, σε μία εποχή, μάλιστα, κατά την οποία σχεδόν ολόκληρη η λογοτεχνική δραστηριότητα στην Ελλάδα ήταν στραμμένη στη λεγόμενη Εσπερία.3

Είναι σίγουρο και αυταπόδεικτο ότι «η ζωή του Μωραϊτίδη συνδέθηκε εξ’ απαλών ονύχων με τη ζωή της Εκκλησίας, η οποία υπήρξε πάντα ο μεγάλος έρωτάς του!! Το σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, δίπλα στην εκκλησία των Τριών Ιεραρχών στη Σκιάθο, οδηγούσε καθημερινά τα βήματά του στον Ναό, όπου διέτριβε και γαλουχούνταν στις θρησκευτικές παραδόσεις του νησιού του, μαζί με τον (σχεδόν συνομήλικό του, έτος γεννήσεως 1851) τριτεξάδελφό του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Εκεί έμαθαν να προσεύχονται, να αγρυπνούν και να συλλειτουργούν με τους Ιερείς και μυήθηκαν στην αυστηρή τάξη και το κολλυβαδικό τυπικό που μέχρι σήμερα κρατούν οι ενορίες της Σκιάθου».4     

Το 1888 σε ηλικία 38 ετών, έχοντας πλήρως κατασταλαγμένη θρησκευτική – πνευματική συνείδηση και συγκρότηση, επισκέφθηκε, σαν έτοιμος από καιρό, για πρώτη φορά το Άγιον Όρος, σε μία εποχή κατά την οποία κατ’ ευτυχή συγκυρία είχαν κοπάσει οι έριδες εξ’ αφορμής των ετεροδιδασκαλιών και οι Πατέρες του Άθω στο σύνολό τους τηρούσαν τα πατροπαράδοτα ήθη, ακολουθώντας χωρίς παρερμηνείες και παρεκκλίσεις τα παλαιά αγιορείτικα τυπικά.5  

Εν συνεχεία ακολούθησαν άλλα τρία ταξίδια – θα έλεγα προσκυνήματα – κατά τα έτη 1893, 1898 και 1900.

Αυτή τη χρονική περίοδο ο Άθως βρισκόταν ακόμη υπό οθωμανική κατοχή – ελευθερώθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1912 – που ωστόσο γινόταν για προφανείς λόγους όλο και πιο ελαστική, με αποτέλεσμα η Αθωνική Πολιτεία να ανθεί πληθυσμιακά και πνευματικά. Στα μοναστικά καθιδρύματα προσέρχονταν συνεχώς νέοι μοναχοί και συγχρόνως γινόταν μία αξιοπρόσεκτη συντήρηση των κτισμάτων και των ιερών κειμηλίων. Αυτό οφείλετο και στο γεγονός ότι αρκετοί από τους προσερχόμενους νέους μοναχούς ήταν εγγράμματοι και πέραν της Θείας Λατρείας, που αποτελούσε και αποτελεί το πρώτιστον μέλημά τους, ασχολούντο και με όσα άλλα συναπαρτίζουν αυτό που ονομάζεται Άγιον Όρος. Έτσι, αυτή η άνθηση του αγιορείτικου μοναχισμού έφερε και μία ποιοτική αναβάθμιση σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τη Αθωνικής Πολιτείας, η οποία ήταν εμφανής και αξιοπαρατήρητη.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης εντόπισε αμέσως και κατανόησε όλα τα θετικά στοιχεία του Αγίου Όρους, γι’ αυτό αισθάνθηκε να «αναπαύεται» (αυτή η τόσο ωραία και μοναδική, για τη σημασία που της αποδίδεται, λέξη που υπάρχει και χρησιμοποιείται ευρέως στην αγιορείτικη ορολογία) από όσα έβλεπε, από όσα άκουε και φυσικά από όσα βίωνε στον Ιερό Άθωνα.

Ήλθε στο Άγιον Όρος ώριμος και κατασταλαγμένος πνευματικά και το προσήγγισε ως πιστός χριστιανός, πεπαιδευμένος από τις πολύχρονες εις βάθος μελέτες του πάνω στα πατερικά κείμενα και στην ανά τους χριστιανικούς αιώνες ιστορία της Εκκλησίας.

Εδώ, λοιπόν, στον Ιερό Άθω, κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πρώτων προσκυνημάτων του, αλλά και όσων άλλων ακολούθησαν εν συνεχεία, διαπίστωσε και βίωσε ότι το Άγιον Όρος είναι το «πάγκαλλον της πατρώας ημών ευσεβείας αγλάισμα», η κιβωτός της γνήσιας και ανόθευτης Ορθοδοξίας, το μεθόριον του κόσμου με τα Ουράνια, ο άμεσος και αυθεντικός συνεχιστής του Βυζαντίου. Είναι τόπος ιερός, τόπος θείος «κήπος και περιβόλι» της Παναγίας, όπως ονόμασε το Άγιον Όρος ο Σκοπελίτης κοντοσυντοπίτης του κοσμοκαλόγερος κι αυτός Καισάριος Δαπόντε (1715 – 1784).7

Αυτή η αντίληψη διατρέχει και διαπνέει κάθε αφήγηση, κάθε κείμενο, κάθε σκέψη και πράξη του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη για το Άγιον Όρος.

Τις εντυπώσεις και τα βιώματά του από το Άγιον Όρος ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης δημοσίευσε το έτος 1924 στην Αθήνα στον έναν από τους έξι τόμους του περίπυστου έργου του με τον γενικό τίτλο «Με του Βορηά τα Κύματα» στο οποίο περιέχονται ταξίδια, περιγραφές και εντυπώσεις από την Κωνσταντινούπολη, την Παλαιστίνη, τη Σκιάθο, τη Νικομήδεια, την Ελλάδα των νησιών και των ηπείρων και φυσικά από το Αγιώνυμον Όρος του Άθω «ως αναθήματα προσκυνητού»,8 όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κωστής Παλαμάς.

Μάλιστα, ο τόμος που αναφέρεται στο Άγιον Όρος έχει τον ακριβή τίτλο : Με του Βορηά τα Κύματα / ταξίδια, περιγραφαί, εντυπώσεις / ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ – Μετά πολλών εικόνων / Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Σιδέρη, 46 Οδός Σταδίου – Μέγαρον Αρσακείου 1924.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά και απολαμβάνοντας αισθητικά, λογοτεχνικά και πνευματικά αυτά τα κείμενα, θα διαπιστώσει ευχερώς ότι ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης παρά το γεγονός ότι είχε δελεασθεί πνευματικά από το περιβάλλον, τη ζωή και την κοινωνία του Άθωνα, στις αφηγήσεις και τις περιγραφές του γι’ αυτόν δεν παρασύρεται σε δογματισμούς, λυρικές ή άλλες εξάρσεις και ακρότητες. Προσεγγίζει και προσπαθεί να περιγράψει όσα παρατηρεί και διαπιστώνει με ακρίβεια, αντικειμενικότητα και γνησιότητα χωρίς να προσπαθήσει να τα εξωραΐσει και να τα εξιδανικεύσει!!9

Πλησιάζει δηλαδή και περιγράφει το Άγιον Όρος όπως πραγματικά είναι χωρίς να φιλτράρει τις εικόνες, τις εμπειρίες και τα βιώματά του με το φίλτρο της βαθιάς πνευματικότητας, της κατανυκτικής ευλάβειας και της απέραντης αγάπης του στην Εκκλησία.

Έχει την ίδια αντικειμενικότητα και κάνει το ίδιο με τους Ιερούς Συγγραφείς στις ευαγγελικές αφηγήσεις τους για το Πρόσωπο και την επί γης παρουσία του Θεανθρώπου και Κυρίου μας Ιησού Χριστού. (Ας θυμηθούμε εκείνο το «εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων…..κλπ.», που είπαν οι Ιουδαίοι στον Πιλάτο, σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κ.α. – Ματθ. κζ΄, 63)10

Στο εν λόγω σύγγραμμα ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης περιγράφει κατά ενότητες κάθε τόπο του Αγίου Όρους που επισκέπτεται. Αξίζει να αναφερθεί ότι «πέραν του γενικού τίτλου της (κάθε) ενότητας, υπό μορφήν (υπο)τίτλων, μας δίνει στην αρχή το τι περιέχει και το τι περιγράφει κάθε υποενότητα. Έτσι, προκαταβολικά, αποκτούμε ολοκληρωμένη εικόνα για το τι θα αναπτυχθεί»11 στη συνέχεια.

Όλοι αυτοί οι τίτλοι και οι υπότιτλοι συγκροτούν μία σαφή εικόνα για το περιεχόμενο του βιβλίου, δημιουργούν τον χάρτη της αθωνικής οδοιπορίας του, αποτελώντας συγχρόνως τον σκελετό, τον κεντρικό κορμό της αφήγησής του στην οποία μας δίνει πληροφορίες συνυφασμένες με το φυσικό περιβάλλον, την πνευματική ζωή, τη θεία λατρεία, τις παραδόσεις και τους θρύλους του Αγίου Όρους.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τον τίτλο και τους υποτίτλους μιας από τις Ενότητες του βιβλίου :12

Τίτλος Ενότητας : ΥΠΕΡΑΝΩ ΤΩΝ ΝΕΦΕΛΩΝ

Υπότιτλοι των Υποενοτήτων : Τα Κατουνάκια – Δανιήλ ο Σμυρναίος – Η κορυφή του Άθωνος και ο ναΐσκος της – Τι λέγει η αγιορείτικη μυθολογία (παράδοση) περί αυτού – Συγκέντρωσις προσκυνητών – Οι αλάδωτοι – Ο παπα-Βίκτωρ – Όπου η μυθολογία αρχίζει να γίνεται ιστορία – Η Παναΐτσα – Ένα τρομακτικόν δείπνον – Η ανάβασις – Εξαίσιον θέαμα – Ο Ναΐσκος – Η Αγρυπνία – Η φωταψία της Λιτής – Η αυγή – Απερίγραπτος οπτασία – Ανατολή του ηλίου υπό τους πόδας μας – Αιφνιδιαστική υπεράνω των νεφελών ανύψωσις – Επάνοδος εις την Παναΐτσαν – Ένα πανηγυρικώτατον γεύμα – Ο Ρώσος και τα αμάραντα.

Στην αφήγησή του ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, πέραν των ακριβών και αξιόπιστων πληροφοριών μάς δίνει επιπλέον πληροφορίες συνυφασμένες με τις παραδόσεις, τους θρύλους και τα θαυμαστά γεγονότα του ιερού τόπου στον οποίο αναφέρεται.

Αυτές τις αφηγήσεις, τις πληροφορίες, τις παραδόσεις και τους θρύλους θα μπορούσαμε να τις χωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες :13

(α)  Στις γεωγραφικές, που αναφέρονται στον τόπο, το περιβάλλον, τη χλωρίδα, την πανίδα και τα κτίσματα.

(β)  Στις ιστορικές, που αναφέρονται στα πρόσωπα, στα κειμήλια, στα σκεύη και στις βιβλιοθήκες. Και

(γ)  Στον μοναστικό βίο, που αναφέρονται στην καθημερινότητα των μοναχών, στις Ιερές Ακολουθίες και στο τυπικό τους και γενικότερα στην πνευματική ζωή του Άθω.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης τα χειρίζεται και τα παρουσιάζει όλα αυτά κατά τρόπον αριστοτεχνικό με αποτέλεσμα «τα ιστορικά στοιχεία να είναι εγκιβωτισμένα στη διήγηση κατ’ αναλογίαν ώστε να διαφωτίζουν τα αναγκαία σημεία και όχι να τα υπερβαίνουν, καθιστώντας ανιαρή την αφήγηση. Η περιγραφή του είναι λεπτομερής και διεξοδική, σύμμετρος κατά την έκταση και σαφής. Η γλώσσα του καθαρεύουσα της οποίας αναδεικνύεται στυλίστας, χωρίς όμως να διστάζει να χρησιμοποιεί – όταν είναι αναγκαίο – λαϊκές ή ιδιωματικές εκφράσεις».14

Πέραν πάσης αμφιβολίας, η εντρύφηση και σπουδή του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη στα διάφορα εκκλησιαστικά κείμενα και η βαθύτατη γνώση των Πατέρων της Εκκλησίας τού παρέχει τη δυνατότητα να εμβαθύνει στα θέματα που πραγματεύεται, «του δίνει καθαρότητα στο ύφος και χάρη, δίχως να το μετατρέπει σε αρχαϊκό ή λόγιο…(μάλιστα) χειρίζεται όλα τα στοιχεία κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μη γίνεται απλή απαρίθμηση πραγμάτων, γεγονότων ή καταστάσεων, αλλά υπερβαίνει αυτά και το προκύπτον κείμενο διαπερνά τα όρια της περιγραφής και γίνεται λογοτέχνημα».15

Βέβαια, για το Άγιον Όρος έχουν γράψει διαχρονικά πολλοί συγγραφείς και λογοτέχνες, μείζονες και ελάσσονες, καταγράφοντας τις εμπειρίες τους, προσεγγίζοντάς το με τι δική του ματιά ο καθένας. Όμως, η συγγραφή – λογοτεχνική ενασχόληση του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη με τον Άθω έχει εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Σαν τη δική του προσέγγιση και περιγραφή δεν συναντάμε σε κάποιον άλλο και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης είναι όντως και γι’ αυτό μοναδικός και ανεπανάληπτος.

Ο ίδιος αναφέρει στην αρχή της αφήγησής του, με λυρική λιτότητα και διάθεση, τα εξής :

«Φύσα, Βορηά μου, φύσησε. Δεν σας είπα, ότι, αν με ακολουθήσητε με του Βορηά τα Κύματα, θα σας οδηγήσω εις τας πλέον ωραιοτέρας Χώρας του Ελληνισμού; Ιδού τώρα όπου φθάνομεν εις μίαν Χώραν όλως διόλου διαφορετικήν από τας άλλας και υπό έποψιν φυσικής καλλονής, και υπό έποψιν κοινωνικής συγκροτήσεως αφθάστου ευδαιμονίας. Η οποία και από τα δύο αυτά χαρίσματά της κινεί τον θαυμασμόν και την έκπληξιν του ταξειδιώτου».16

Ποιά είναι άραγε αυτή η χώρα, αυτή η γωνιά της Ελλάδας, «αυτός ο τόπος ο μικρός, ο μέγας»!! στον οποίο αναφέρεται με τόσο θαυμασμό ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης;

Μα φυσικά, η Χώρα αυτή είναι «Μία πυραμίς θεουργική, εις το άκρον της Χαλκιδικής, αναδυόμενη από το πέλαγος, με την κορυφήν της ουρανομήκη, ανυψουμένην υπεράνω των νεφελών και ένα γινομένην με το Στερέωμα. Ενώ από αυτήν κατέρχονται, όρη και βουνά και φάραγγες και κοιλάδες, όλα ευμορφοστόλιστα με άγρια βαθύσκια δάση και με τους πλέον ευώδεις θάμνους της Ελληνικής χλωρίδος, όπου με οργασμόν αφάνταστον δοκιμάζουν, εν αμίλλη σφοδρά, ν’ ανυψωθώσιν εις δένδρα. Από μέσα από τα οποία ανακύπτουσι θόλοι και σταυροί, μοναστήρια και σκήται, κελλιά και ησυχαστήρια, εγκατεσπαρμένα με απερίγραπτον χάριν εις όλους αυτούς τους δρυμώνας, τόσον ώστε να αγάλλεται η ψυχή του ταξιδιώτου, όστις ανάμεσα εις των απειραρίθμων ωδικών πτηνών τα κελαδήματα, ενωτιζόμενος τώρα και μελωδίας ανθρωπίνων υπάρξεων, ακούων ήχους σημάντρων οπού γλυκά – γλυκά καλούσι τον άνθρωπον εις προσευχήν, εις δόξαν Θεού του Δημιουργού, και οσφραινούμενος των καιομένων θυμιαμάτων με ηδυπάθειαν ειρηνικήν και γαληνιώσαν, αισθάνεται με μίαν βαθύτατην ευφροσύνην ότι τα εύμορφα αυτά δάση, τα άλση τα μαγευτικά, το βουνόν όλον, δεν είναι έρημα, αλλά κατοικούνται. Όσοι αγνοί, όσοι ευαγείς αποκαλυφθήτε. Ευρίσκεσθε εις το Άγιον Όρος. Εις το Περιβόλι της Παναγίας…»17

Πέραν αυτού του περισπούδαστου συγγράμματος, οι αναφορές του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη στο Άγιον Όρος είναι συνεχείς στα διηγήματά του και στα άλλα γραπτά του (επιστολές κλπ.) είτε με την αναφορά θαυμαστών γεγονότων, όπως στο διήγημα «Η Πορταΐτισσα», στο οποίο παραθέτει ένα θαύμα της Παναγίας της Πορταΐτισσας στη Μονή των Ιβήρων και περιγράφει την εικόνα και την ιστορία της, είτε με τη μορφή ηρώων μοναχών ή επεισοδίων (διαφόρων συμβάντων) στην αθωνική πολιτεία, όπως στο διήγημα «Τάξιμον»18 κλπ.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ασχολήθηκε και υμνογραφικά με το Άγιον Όρος δεδομένου και του γεγονότος ότι «συν τοις άλλοις» έγραψε και ύμνους, τροπάρια και ολόκληρες ιερές ακολουθίες, «κρατώντας» μορφολογικά τη βυζαντινή παράδοση και συγχρόνως αποτυπώνοντας σ’ αυτά τον «παιδικό» του χαρακτήρα.

Από το 1887 έως το 1929 συνέθεσε συνολικά 19 ύμνους, συμπληρώνοντας παλαιότερες Ακολουθίες των Μηναίων με παρακλητικούς κανόνες και τροπάρια ή γράφοντας εξαρχής πλήρεις ασματικές ακολουθείες.

Εξ’ αυτών οι αφορώσες άμεσα το Άγιον Όρος είναι οι εξής : «Ύμνος εις την Παναγίαν την Γοργοϋπήκοον», «Ακολουθία πλήρης της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου» και «Συμπλήρωσις της Ακολουθίας του Οσίου Ξενοφώντος», κτήτορος του ομώνυμου Μοναστηριού του Άθω.19

Επίσης, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έγραψε και ένα ποίημα με τον τίτλο «Εις τον Ιερόν Άθωνα» στο οποίο, όπως και στις ταξιδιωτικές περιγραφές, στα διηγήματα και στα δοκίμιά του «μέσα από τον εκφραστικό πλούτο των περιγραφών, διαφαίνεται η πορεία του Σκιαθίτη συγγραφέα προς την αποδοχή της Χάριτος μακριά από τα εγκόσμια».20

Θα ήθελα ακόμη να αναφέρω με έμφαση ότι ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης είναι ενταγμένος ολοκληρωτικά και κατά τρόπον απόλυτον ως ύπαρξη, ως πρόσωπο και ως παρουσία στο κείμενο της αφήγησής του και αυτό είναι κάτι που αποτελεί τον ισχυρότατο συνεκτικό κρίκο της, αφού αυτός περιγράφει, αυτός αφηγείται, αλλά «πρωταγωνιστές είναι ο ιερός τόπος και οι συναποτελούντες αυτόν»21 προκύπτοντας έτσι ένα εύστοχο, ευχάριστο, ελκυστικό και ευκολοδιάβαστο αφήγημα.

Πέραν της συγγραφικής ενασχολήσεώς του με το Άγιον Όρος, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης είχε μία συνεχή, αδιάλειπτη και πνευματικά καρποφόρα επικοινωνία, πνευματική φιλία θα έλεγα, με πολλούς Αγιορείτες Πατέρες, τους οποίους σεβόταν πραγματικά, τους συμβουλευόταν συχνά, τους έκανε υπακοή και η αναφορά του σ’ αυτούς είχε πάντα το στοιχείο της αδελφικής και σε κάποιες περιπτώσεις υιικής εν Χριστώ αγάπης και υπακοής.

Θα αναφερθώ «εν πάση συντομία» στην πνευματική σχέση που είχε ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης με τον Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη τον Σμυρναίο και με τον Γέροντα Αβιμέλεχ Μικραγιαννανίτη τον Κρητικό.22

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης γνώρισε τον Γέροντα Δανιήλ στα Κατουνάκια κατά τη διάρκεια του πρώτου προσκυνήματός του στο Άγιον Όρος το έτος 1888. Έκτοτε υπήρξε συνειδητό πνευματικό του τέκνο και «δεν έκανε ούτε βήμα, αν δεν είχε την έγκριση» και την ευλογία του Γέροντος. Μάλιστα, τόσο πολύ επηρεάστηκε από την πνευματική παρουσία του, που έγραψε εξομολογητικά τα εξής :

«Όταν βγήκα στα Καρούλια – Κατουνάκια, ενόμισα ότι έφθασα εις τον Θεόν. Αλλ’ όταν συνωμίλησα μετά του Γέροντος Δανιήλ είπον : Τώρα είδον πόσον μακράν είμαι από τον Θεόν».23

Αναφερόμενος ο ίδιος ο Γέροντας Δανιήλ σ’ αυτήν την πνευματική αφοσίωση τού Αλέξανδρου Μωραϊτίδη στο πρόσωπό του είχε πει :

«Ο θεοφιλής αυτός άνδρας όλους εν γένει τους λογισμούς του αναθέτει εις εμέ συνεχώς και τις ταπεινές μου επιστολές τις θεωρεί, ως μη ώφελεν, ουρανίους δέλτους και πολλές φορές, όπως μου γράφει, τις διαβάζει, όταν έχει θλίψεις και αισθάνεται μεγάλην αναψυχή».24

Αυτή η πνευματική σχέση και επικοινωνία του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, αλλά και της συζύγου του Βασιλικής, με τον Γέροντα Δανιήλ, υπήρξε καθοριστική και επηρέασε τόσο πολύ την πορεία της ζωής τους, ώστε να ζήσουν στον κόσμο εν παρθενία ως κοσμοκαλόγεροι και να αξιωθούν να ενδυθούν, με την ευλογίαν του Γέροντος, το αγγελικό σχήμα και να κοιμηθούν τον ύπνο των δικαίων ως Αθανασία μοναχή η Βασιλική (+1914) και ως Ανδρόνικος μοναχός ο Αλέξανδρος (+1929), μιμούμενοι το παράδειγμα των παλαιών Αγίων συζύγων Ανδρονίκου και Αθανασίας (6ος μ.Χ. αι.)

Μάλιστα, σ’ αυτήν την πνευματική σχέση συνέβαλε και ο Άγιος Νεκτάριος, ο οποίος υπήρξε πνευματικός πατέρας της Βασιλικής κατά τη χρονική περίοδο που ήταν Διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών (1894 – 1908).25

Οι αφηγήσεις και μαρτυρίες του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη για τον Γέροντα Δανιήλ είναι συχνές σ’ ολόκληρο το συγγραφικό έργο του και στις σωζόμενες επιστολές του. Οι μαρτυρίες αυτές αναφέρονται στην πρώτη συνάντηση και γνωριμία τους και στη συγκλονιστική εντύπωση που του προκάλεσε ο Γέροντας, στις νυκτερινές συζητήσεις τους στην απλωταριά της Καλύβης των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων, στις κατανυκτικές ιερές ακολουθίες και στη γενική εκτίμηση και τον καθολικό σεβασμό που απολάμβανε ο Γέροντας Δανιήλ μεταξύ των Αγιορειτών Πατέρων.

«Αφού εδειπνήσαμεν….», γράφει, «εν τη πενιχρά της καλύβης τραπέζη απολαυστικώτατα, διότι η Κυρία Θεοτόκος ευλόγησε τα παρατεθέντα λιτά βρώματα, και έγιναν γλυκύτατα, εξήλθομεν και εκαθήσαμεν εις το ύπαιθρον έξω επί πετρίνων αναπαυστικών καθισμάτων, έμπροσθεν της μικράς αιθούσης της φιλοξενίας, να λάβωμεν τα επιδόρπια, άτινα ήσαν λόγοι αποστάζοντες ουράνιον γλυκασμόν, του Γέροντος Δανιήλ λόγοι. Εκεί διήλθομεν μακράς ώρας συνομιλούντες, έχοντες κατενώπιον ημών τον λαμπυρίζοντα πόντον….ένα θέαμα μαγευτικώτατον, μίαν σκηνήν από τας πλέον θαυμαστάς της Δημιουργίας…».26

Αναπολώντας όλα αυτά, όταν δεν μπορούσε πια να επισκεφθεί, λόγω γήρατος, τα Κατουνάκια, έγραφε με πνευματική νοσταλγία :

«Ποίος ημπορεί να με επαναφέρη εις τον μήνα των παρελθουσών εκείνων ημερών; Ποίος πλέον θα μου δώση τας ψαλμωδίας εκείνας και τας αγρυπνίας και τας προς Θεόν εκδημίας διά μέσου της προσευχής, και την άυλον τρόπον τινά ζωήν, οπού επερνούσαμεν τότε εις τα Κατουνάκια;….Ποίος να παραστήση την φιλοπονίαν μας δια την εξήγησιν των θείων λόγων κατά τας αναγνώσεις οπού εκάμνομεν, ιδίως τον Συμεών τον Νέον Θεολόγον; Ποίος να παραστήση τας καθημερινάς εργασίας μας και τα εργόχειρά μας; Ποίος δεν ενθυμείται την δροσεράν εκείνην απλωταριάν, όπου εκάθητο την νύκτα ουχί πολυκτήμων και πολύχρυσος πυργοδεσπότης, αλλά μοναχός κατακουρασμένος; Αυτά δια να τα απολαύση κανείς πλέον είναι ευκολώτατον να το εύχεται, να τα αποκτήση όμως δεν είναι εύκολον. Αλλ’ όμως εύχομαι να είσαι πλησίον μου νοερώς πάντοτε, και με το βλέμμα σου και με την γλυκείαν λαλιάν σου να με προφυλάττης από του πονηρού τα ένεδρα, άτινα τόσον πολύ επλήθυναν σήμερον εν τω κόσμω, έως ου διαλυθή ολίγον κατ’ ολίγον η ζωή μου ωσάν σκιά, με το να κλίνη πλέον εις το τέλος της η ημέρα….Εγώ δεν ελπίζω να σας ξαναΐδω πλέον, ω ερημικά, ω εράσμια, ω παμπόθητα, ω πανέρημα Κατουνάκια!…».27

Η κοινωνία και πνευματική σχέση του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη με τον Γέροντα Αβιμέλεχ τον Μικραγιαννανίτη (1873 – 1965), τον οποίο πολλοί χαρακτηρίζουν ως τον τελευταίο νηπτικό του Άθω, είχε τα ίδια περίπου χαρακτηριστικά με την πνευματική σχέση και φιλία που έιχε με τον Γέροντα Δανιήλ.28

Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η σχέση του με τον Γέροντα Δανιήλ ήταν περισσότερο σχέση πνευματικού υιού προς πνευματικό Πατέρα, ενώ με τον Γέροντα Αβιμέλεχ είχε περισσότερο τα χαρακτηριστικά της σχέσεως μεταξύ δύο πνευματικών εν Χριστώ αδελφών. Ίσως είχε μεγαλύτερη εγγύτητα και οικειότητα με τον Γέροντα Αβιμέλεχ, δεδομένου και του γεγονότος ότι ο Γέροντας Αβιμέλεχ φιλοξενήθηκε πολλές φορές στην οικογενειακή εστία του Αλέξανδρου και της Βασιλικής, κάθε φορά που περνούσε από την Αθήνα με προορισμό την Κρήτη, τους Αγίους Τόπους, την Πάρο και την Τήνο. Βέβαια και οι δύο θεωρούσαν μεγάλη ευλογία τη φιλοξενία που προσέφεραν στον Γέροντα, γεγονός που τους γέμιζε με απέραντη πνευματική χαρά.

Τότε συμμετείχαν με τον Γέροντα Αβιμέλεχ και στις κατανυκτικές αγιορείτικες αγρυπνίες που γίνονταν συχνά στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι με ιερουργό τον Άγιο παπα-Νικόλαο Πλανά και ψάλτες τους δύο Αλέξανδρους, Παπαδιαμάντη και Μωραϊτίδη.

Εντρυφώντας κανείς στη σωζόμενη αλληλογραφία μεταξύ των δύο ανδρών, του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη και του Γέροντα Αβιμέλεχ, ιχνηλατεί και επιβεβαιώνει αυτή την πνευματική φιλία, τον βαθύτατο αλληλοσεβασμό, την εν Χριστώ Ιησού αδελφική αγάπη και βεβαίως την απόλυτη εμπιστοσύνη που είχε ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης στον πνευματικό του φίλο και αδελφό μοναχό Αβιμέλεχ, γιατί τον γνώριζε καλά και ήξερε ότι ήταν ένας πνευματικά ώριμος μοναχός, ένας γνήσιος και αληθινός άνθρωπος του Θεού.

Μάλιστα, ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης γνώριζε την «υλικήν πτωχείαν» του Γέροντα, σε αντίθεση με τον πνευματικό πλούτο της ψυχής του, και φρόντιζε όσο μπορούσε για να έχει τη δυνατότητα ο πνευματικός αδελφός του να προσπορίζεται τα προς το ζην.

Σε επιστολή, την οποία έγραψε στις 19 Νοεμβρίου 1922 στον ιατρό της Σκιάθου Σταμάτη Βιδειλινή, γράφει :

«Αυτή την στιγμήν είχα γράμμα από τον π. Αβιμέλεχ. Έπαυσεν από την υπηρεσίαν του Ξενοφώντος. Ενθύμισε εις τον παπα-Γιώργην να του αποστείλει το λάδι τώρα όπου έχει μεγάλην φτώχεια».29

Ομοίως, στην Καθηγουμένη Κεχροβουνίου Τήνου Γερόντισσα Θεοδοσία Καρδίτση, γράφει :

«Ο Γέρων Αβιμέλεχ τα Χριστούγεννα επήγε και εώρτασεν εις Λογκοβάρδαν. Έλιωσε το ζωστικό του και κρυώνει ο πτωχός».30 

Και σε άλλη επιστολή που απέστειλε στην ίδια αργότερα αναφέρει :

«Προχθές σας έγραφα και περί την μεσημβρίαν ήλθεν ο πατήρ Αβιμέλεχ εκ Κρήτης μετά τρικυμιώδη πλουν ημερών πέντε. Εφόρεσε τα ράσα και ηυχήθη από καρδίας. Τι ωραία όπου του ήλθαν. Πολύ ωραία και πολύ σεμνά. Έμεινε κατενθουσιασμένος έως δακρύων από την ευχαρίστησιν…».31

Συχνά ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης ζητούσε τις συμβουλές και τις υποδείξεις του για την πνευματική του κατάσταση και πορεία και για τον καλύτερο καταρτισμό σε θέματα πίστεως, κάνοντας πάντοτε υπακοή και παρακαλώντας τον να τον θυμάται στις προσευχές του.

Έγραφε κάποτε στον Γέροντα Αβιμέλεχ :

«Εξετίμησα δεόντως τας υποθήκας και παροτρύνσεις σου, προερχομένας ως πάντοτε από γνησίας και ειλικρινούς προς εμέ του ελαχίστου αγάπης….Μη παύση δε να εύχεσαι, όπως ακολουθήσω αυτάς εν αις εγένετο η σωτηρία μου, ην πάντοτε από βρέφους επόθησα και αφ’ ης ο σκολιός δράκων επανειλημμένως με απομάκρυνε, διότι ως φαίνεται δεν υπήρχεν εν εμοί η απαιτουμένη επίγνωσις…».32

Σε κάποια άλλη επιστολή έγραφε στον Γέροντα :

«Κάμε περοσευχήν να φωτισθώ εις το που θα καταπαύσω….Συνήθισα εις το θέλημα μου και λυπούμαι σφόδρα να μεταλλάξω βίον, διά της αποτάξεως των πραγμάτων μου, βιβλίων, εικόνων κλπ.».33

Βέβαια, γνωρίζουμε πού τελικά και οριστικά «κατέπαυσε», καταστάλαξε και αναπαύθηκε πνευματικά ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, επισφραγίζοντας και τιμώντας μία συνεχή και συνεπή πορεία ζωής προς τον Χριστόν, έναν ακατάπαυστο και «εν επιγνώσει» πνευματικό αγώνα, μια γόνιμη και πνευματικά καρποφόρα πνευματική «αγωνία».

Έκανε και τυπικά αυτό που ουσιαστικά και πάντα ποθούσε ή καλύτερα αυτό που πάντα ήταν και βίωνε διά βίου. Εκάρη μοναχός με την ευχή και την ευλογία του Γέροντος Δανιήλ και του Γέροντος Αβιμέλεχ, δύο ανθρώπων που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επί γης πνευματική του πορεία.

Η Ακολουθία της «εις μοναχόν» κουράς του έγινε στις 16 Σεπτεμβρίου 1929 στον Ναό των Τριών Ιεραρχών της Σκιάθου από τον μαθητή του φιλομόναχο και φιλοαθωνίτη Μητροπολίτη Χαλκίδος Γρηγόριο Ε΄ Πλειαθό τον Τήνιο (1891 – 1971), έλαβε το όνομα Ανδρόνικος και γράφτηκε στο Μοναχολόγιον της Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού της Παναγίας Σκιάθου.34

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης έζησε έντονα πνευματικά αυτήν την Ακολουθία, αυτό το συγκλονιστικό γεγονός της ζωής του. Με ανείπωτη χαρά εισήλθε στον Νυμφώνα του Χριστού. Σε μία επιστολή την οποία απέστειλε σε κάποια συγγενή του και δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατό του στην εφημερίδα «Εστία» στις 3 Νοεμβρίου 1929 μιλά για τις καμπάνες της εκκλησίας που σήμαιναν χαρμόσυνα, για την κατάμεστη από κόσμο Εκκλησία των Τριών Ιεραρχών, για τα ράσα που του «στέκανε» ωραία, για την ευλογία του Μητροπολίτη Γρηγορίου, για τους χριστιανούς του Εκκλησιάσματος που δεν χόρταιναν να τον καμαρώνουν μέσα στο «αγγελικό σχήμα».35

Στην δε Καθηγουμένη της Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Κεχροβουνίου Τήνου Γερόντισσα Θεοδοσία Καρδίτση έγραψε στις 16 Σεπτεμβρίου 1929, ημέρα που έγινε η κουρά του, τα εξής :

«Σήμερον είχον την μεγαλυτέραν εορτήν της ζωής μου. Εκείνο το οποίο η ψυχή μου εμελετούσε νύκτας και ημέρας, το απήλαυσα, το απέκτησα. Το Μέγα και Αγγελικόν Σχήμα!! Δεν είμαι πλέον ο Διδάσκαλος Αλέξανδρος, ο πρεσβύτης, ο πολυάσχολος με τας μερίμνας του κόσμου. Είμαι ο μοναχός Ανδρόνικος λαβών το Αγγελικόν σχήμα από τον γλυκύτατον και αηδωνόστομον Μητροπολίτην Χαλκίδος Σεβασμιώτατον Γρηγόριον εις μίαν πανέκλαμπρον λειτουργίαν τελεσθείσαν εν τη μητροπόλει Σκιάθου υπό την πανευφρόσυνον χαράν του κείραντός με και την ευφροσύνην των καλών και αγαπώντων με συμπολιτών μου, εν τω Ναώ των Τριών Ιεραρχών με τον οποίον με συνδέουσι αναμνήσεις παιδικών χρόνων».36

Η απόφασή του να γίνει μοναχός συγκίνησε ιδιαίτερα τους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας, που ωστόσο φαίνεται ότι το ανέμεναν και το θεώρησαν ως φυσιολογική εξέλιξη στη ζωή του.

«Έγινε καλόγερος….», γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «γιατί ήταν (ήδη) καλόγερος». Και ο Σπύρος Μελάς επιβεβαιώνει ότι «έδωσε και την εξωτερική μορφή στο περιεχόμενο της ζωής του». Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης παρατηρεί ότι, «όταν αναπολούμε στοχαστικά αυτήν την κατάληξη της ζωής του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, ξυπνά το ενδιαφέρον για να μάθουμε, εν ονόματι ποιάς πραγματικότητας κατόρθωσε ο άνθρωπος αυτός να γίνει άλλος από ό,τι γεννήθηκε». Και ο Παύλος Νιρβάνας μαρτυρεί και καταθέτει ότι «στο βάθος της ψυχής του τίποτε δεν είχε αλλάξει. Κάτω από το λαϊκό ένδυμα του καθηγητού, του διηγηματογράφου και του ακαδημαϊκού, ζούσε πάντα ο ασκητής. Κάτω από τον Αλέξανδρο, ο μοναχός Ανδρόνικος».37

Βέβαια, στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας υπάρχει μια συγκλονιστική, κατανυκτική, μοναδική θα έλεγα, λέξη, η «χαρμολύπη», που εκφράζει κατά τρόπον αυθεντικό τη διά βίου πορεία του πιστού προς τον Χριστόν. Αυτήν την κατάσταση της χαρμολύπης βίωσε και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης και κατά την χειροτονία του, αφού εκείνες τις ημέρες της πνευματικής χαράς πληροφορήθηκε την αναχώρηση του Γέροντος Δανιήλ από την παρούσα προς την αιώνια ζωή στις 8 Σεπτεμβρίου 1929, ημέρα εορτής του Γενεσίου της Θεομήτορος.

Η κοίμησή του προκάλεσε αίσθηση σ’ ολόκληρο το Άγιον Όρος, όπως φαίνεται και από τις επιστολές που απέστειλαν στη Συνοδεία του η Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, οι Πατέρες των Καυσοκαλυβίων, ο μοναχός Ευλόγιος Κουρίλας, μετέπειτα Μητροπολίτης Κορυτσάς κ.ά. στις οποίες μεταξύ άλλων ανέφεραν :

«Η απώλεια του αειμνήστου Γέροντος Δανιήλ δεν είναι απώλεια μερική, αλλά γενική του Ιερού ημών τόπου….Εν τω προσώπω του μάκαρος Δανιήλ το Άγιον Όρος απώλεσε την τελευταίαν φυσιογνωμίαν οσιακήν της συγχρόνου Αγιορειτικής γενεάς….Ο μακαρίτης ήτο καυτήρ παντός καινοτομούντος και μέγας παράγων της Αγιορειτικής πολιτείας, καταρδεύσας διά των συγγραμμάτων του πάσαν Ορθόδοξον ψυχήν και πάσαν κυμαινομένην καρδίαν…».38

Η κοίμηση του ίδιου του Μωραϊτίδη και η μετάβασή του «εκ του θανάτου εις την ζωήν» ήλθε 40 ημέρες μετά την κουρά του, την Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 1929, παραμονή της εορτής του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου. Λίγες ημέρες νωρίτερα, την Κυριακή 20 Οκτωβρίου, ζήτησε να εξομολογηθεί και κοινώνησε «εν πλήρει επιγνώσει» των Αχράντων Μυστηρίων, ψιθυρίζοντας προσευχές και ψελίζοντας το «ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι».39

Στην τελευταία επίγεια κατοικία του τον συνόδευσε πλήθος κόσμου και ετάφη δίπλα στον κατά σάρκα και κατά πνεύμα συγγενή του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ενώ μίλησαν για την ζωή, την προσωπικότητα και το έργο του ο οικονόμος παπα-Γιώργης Ρήγας (1884 – 1960) και ο Σκιαθίτης δικηγόρος, βουλευτής και αντιπρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Αιγιαλείδης (1859 – 1933).40

Σε ένα από τα προσκυνήματά μου στην Καλύβη των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων – Δανιηλαίων στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, καθίσαμε, όπως πάντα, στην απλωταριά, η οποία είχε φιλοξενήσει πολλές φορές τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και συζητήσαμε αρκετή ώρα με τους Πατέρες. Τους ακούσαμε να μας ομιλούν για τις εμπειρίες τους από τη ζωή της ερήμου, για τον πνευματικό αγώνα των ερημιτών, για το δικόνημά τους στην αγιογραφία και στο βυζαντινό μέλος, για την ιστορία της Καλύβης τους, για τον Γέροντα Δανιήλ και τους άλλους Πατέρες που ασκήθηκαν και άνθισαν πνευματικά σ’ αυτήν την ευλογημένη και αγιασμένη γωνιά της αθωνικής ερήμου.41

Φυσικά, σ’ αυτή τη συζήτηση ήταν «ωσεί παρών» και ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, αυτός ο φιλακόλουθος, φιλάγιος, φιλομόναχος και φιλοαθωνίτης πνευματικός υιός και φίλος του ιδρυτού της Καλύβης Γέροντος Δανιήλ και ως εκ τούτου πνευματικός αδελφός των Δανιηλαίων.

Και ενώ βρισκόμασταν στο μεθόριον ημέρας και νυκτός, σηκωθήκαμε όλοι οι παρευρισκόμενοι, Πατέρες και κοσμικοί προσκυνητές, στραφήκαμε προς την Ανατολή και κάναμε το Απόδειπνο στην απλωταριά.

Πώς είναι δυνατόν να περιγράψω με λόγια αυτήν την ώρα!! Πώς είναι δυνατόν να παρουσιάσω με τον φτωχό λόγο μου μια γωνιά και μια κατάσταση του Παραδείσου!!

Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εκείνη την ώρα στην απλωταριά της Καλύβης των Αγίων Πατέρων στα Κατουνάκια, υπό το φως της σελήνης και των μυριάδων αστεριών του ουρανού, κάτω από τη σκιά του Άθωνα, σ’ ένα τοπίο που βρίσκεται τόσο κοντά στο «αρχαίον κάλλος», νιώσαμε πως βρισκόμαστε πράγματι μεταξύ Ουρανού και γης. Νιώσαμε την ψυχή μας να φτερουγίζει κι αν είχαμε αυτή τη στιγμή μπροστά μας εκείνον που θεωρούμε ως τον μεγαλύτερο εχθρό μας, θα γονατίζαμε μπροστά του με ταπείνωση και απέραντη συγκατάβαση.42

Όταν τελείωσε το Απόδειπνο και ενώ επικρατούσε κατανυκτική σιωπή, με πλησίασε ο μακαριστός πλέον Γέροντας Γρηγόριος (+2016) και μου είπε :

«Αντώνιε, πιστεύω να αντιλήφθηκες ότι μαζί μας όλη αυτήν την ώρα, να εκεί σ’ αυτό το σημείο, παρευρίσκετο ο κυρ-Αλέξανδρος, ο Μωραϊτίδης λέγω, ο μοναχός Ανδρόνικος και προσήυχετο μαζί μας».

«Ναι, Γέροντα….», του απάντησα αυθόρμητα!! «Ύστερα από όσα είπαμε κι ακούσαμε γι’ αυτόν πριν από λίγο, αισθάνθηκα κι εγώ έντονη την παρουσία του ανάμεσά μας, όπως αισθάνομαι έντονη και την παρουσία όλων των Πατέρων που ασκήθηκαν πνευματικά εδώ και βρίσκονται τώρα στη Βασιλεία των Ουρανών!!».

Αυτό είναι και το σημείο που θεωρώ ότι διαφοροποιεί, θα έλεγα απολύτως, αν και το απόλυτον υπάρχει μόνο στον Ουρανό, τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη από όλους τους άλλους μείζονες και ελάσσονες λογοτέχνες που έγραψαν για το Άγιον Όρος.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης δεν έγραψε απλώς για το Άγιον Όρος, δεν ήταν απλώς ένας φιλοαθωνίτης συγγραφέας. Ήταν πρωτίστως ένας γνήσιος Αγιορείτης, ο οποίος βίωνε με όλη τη δύναμη της ψυχής του τον πνευματικό αγώνα και την πνευματική «αγωνία» του Άθω και η παρουσία του είναι πάντα έντονη και ψηλαφητή στα πάντερπνα και ερημικά Κατουνάκια, εκεί όπου, σύμφωνα με τον ίδιο, «η ευωδία του θυμαρίου αμιλλάται με τα ουράνια του θυμιάματος μύρα. Εκεί όπου παύει να κελαρύζη κάθε ρυάκιον, υποχωρούν εις της προσευχής τα ηδύμολπα μινυρίσματα….Εκεί όπου και οι βράχοι ακόμη αποπνέουν αγιότητα βρεγμένοι με τα δάκρυα των Οσίων».43

Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ι κ έ ς     Α ν α φ ο ρ έ ς

  1. Παπαδιαμάντη Άπαντα, τόμος Α΄, «Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων», Αθήνα, σ.134-145 (Εκ του περ. Εστία, Ιούλιος 1891, σ. 33-34)
  2. α) Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, Οδοιπορικό στον Άθωνα, Αθήνα 1987 β)    Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, Αγιορείτικες Πνευματικές Εμπειρίες, έκδ. Σύλλογος «Φίλοι του Αγίου Όρους», Ηράκλειο 1991
  3. Κωνσταντίνος Ι. Κουτούμπας, Η Λειτουργική Παράδοση στο Έργο του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη, Θεσσαλονίκη 2009, σ.14
  4. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ. 14-15
  5. Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Άγιον Όρος – Με του Βορηά τα Κύματα, «Εκδόσεις του Φοίνικα», Αθήνα 2006, σ.183
  6. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.183
  7. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.185
  8. Ευαγγελία Δαμουλή – Φίλια, Μεθώντας μ’ ένα κρασί αγιονορείτικο…, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2017, σ.114
  9. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.185
  10. Ματθ. κζ΄, 63
  11. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.185-186
  12. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.105
  13. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.185
  14. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.185
  15. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.185
  16. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.17
  17. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.17
  18. Ευ. Δαμουλή – Φίλια, ό.π., σ.122
  19. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.134-139
  20. Ευ. Δαμουλή – Φίλια, ό.π., σ.122-123
  21. Αλ. Μωραϊτίδης, ό.π., σ.186
  22. α) Δύο μεγάλες μορφές του αιώνα μας (Αναφορά στην αλληλογραφία τους), εκδ. Ιερού Ησυχαστηρίου Μοναστικής Αδελφότητος Δανιηλαίων, Άγιον Όρος 1997 β) Αρχιμ. Χερουβείμ, Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές – Δανιήλ ο Κατουνακιώτης, έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1979                                            γ) Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ Μοναχός – Ένα διαμάντι της Αθωνικής ερήμου, έκδ. Ιδρύματος «Παναγία η Ακρωτηριανή» Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, Θεσσαλονίκη 2000                                  δ)  Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, έκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ιεραπύτνης και Σητείας, Ιεράπετρα 2011
  23. α) Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.21 β) Δύο μεγάλες μορφές, ό.π., σ.44
  24. Αρχιμ. Χερεουβείμ, ό.π., σ 78
  25. Δύο μεγάλες μορφές, ό.π., σ.39
  26. Δύο μεγάλες μορφές, ό.π., σ.42-43
  27. Δύο μεγάλες μορφές, ό.π., σ.42-43
  28. α) Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ Μοναχός, ό.π. β) Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, ό.π.
  29. Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, ό.π., σ.154
  30. Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, ό.π., σ.155
  31. Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, ό.π., σ.155
  32. Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, ό.π., σ. 153
  33. Αντ. Ε. Στιβακτάκης, Γέροντας Αβιμέλεχ ο Αγιορείτης, ό.π., 153
  34. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.26
  35. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.27
  36. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.27
  37. Ευ. Δαμουλή – Φίλια, ό.π., σ.122-123
  38. α) Δύο μεγάλες μορφές, ό.π., σ.44-45 β) Αρχιμ. Χερουβείμ, ό.π., σ.105
  39. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.22-27
  40. Κων/νος Κουτούμπας, ό.π., σ.28
  41. α) Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, «Προς την ακροτάτη κορυφή του ιερού βουνού της ορθοδοξίας», Εκ Πέτρας, 1997,39                                                                          β) Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, «Στην ενδότερη έρημο του Άθω», Μεσόγειος, 1998, 8411 – 8412                                                                                                           γ) Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, «Αγιορείτικες Εμπειρίες», Μεσόγειος, 1997, 8208 – 8209 / Το Σχολείο και το Σπίτι, 1998, 403-404 / Μαρτυρία, 2000, 203
  42. Αντώνιος Ε. Στιβακτάκης, «Πώς είναι δυνατόν να περιγράψω με λόγια αυτήν την ώρα», Χειραψία, 2009, 4
  43. Αρχιμ. Χερουβείμ, ό.π., σ.33

[Εισήγηση στην Ημερίδα που διοργάνωσε η Ενορία Γενεσίου της Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλείου στις 2 Νοεμβρίου 2019 με θέμα το «Άγιον Όρος με τη ματιά επτά Ελλήνων Λογοτεχνών» (Μωραϊτίδης, Παπαντωνίου, Καζαντζάκης, Σικελιανός, Παπατσώνης, Θεοτοκάς, Πεντζίκης)]