Άγιος Μηνάς, ο καπετάνιος του Μεγάλου Κάστρου

100

Γράφει ο Γιάννης Τσερεβελάκης

Πλησιάζουν οι μέρες που το Ηράκλειο θα γιορτάσει τον άγιό του, τον μεγαλομάρτυρα Μηνά τον θαυματουργό. Η πόλη ετοιμάζεται για το μεγάλο γεγονός, ετοιμάζεται να τρέξει στο ναό του, να προσκυνήσει το τίμιο λείψανό του, να συμμετάσχει στις ακολουθίες και στη λιτανεία.

Ο Άγιος Μηνάς υπήρξε και είναι ο προστάτης και φρουρός του Ηρακλείου, το Μεγάλου Κάστρου, και όλων των Καστρινών. Και τούτο δεν είναι μια συνήθεια απλή, αλλά μια πραγματικότητα ζωντανή, εμπειρική, που κάθε Ηρακλειώτης, συνειδητά ή ασυνείδητα, φέρει ως κληρονομιά από την πολύβουη και πολυαίμακτη ιστορία της πόλης μας, του ιστορικού Χάνδακα που ελευθέρωσε ο αραβομάχος αυτοκράτορας, ο Νικηφόρος Φωκάς, του Μεγάλου Κάστρου για το οποίο τόσο γλαφυρά γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον «Καπετάν Μιχάλη» του. Γιατί ο Άγιος Μηνάς και ο μεγαλοπρεπής ναός του βρίσκονται στο κέντρο της ηρακλειώτικης ψυχής, είναι το σημείο αναφοράς της πόλης: Ηράκλειο και Άγιος Μηνάς είναι μεγέθη αξεχώριστα, δεν μπορεί να φανταστεί κανείς το ένα χωρίς το άλλο.

Ποιος ήταν, όμως, ο Άγιος Μηνάς και πώς βρέθηκε να εορτάζεται και να τιμάται στην Κρήτη και ειδικά στο Ηράκλειο; «Σύμφωνα με το συναξάρι του, ο Άγιος καταγόταν από την Αίγυπτο, γεννημένος το β΄ μισό του 3ου μ.Χ. αιώνα. Καταγόταν από επιφανή στρατιωτική οικογένεια, γι’ αυτό και νέος ακόμη κατατάχθηκε στο ρωμαϊκό στρατό, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία και την αρετή του. Κατά την περίοδο αυτή μυήθηκε στο Χριστιανισμό, τον οποίο ασπάσθηκε κι έγινε μέλος των κρυπτοχριστιανών στρατιωτών. Το έτος 284 μ.Χ. αυτοκράτορας της Ρώμης ανακηρύχτηκε ο Διοκλητιανός (284-305) με συναυτοκράτορα τον Γαλέριο Μαξιμιανό, οι οποίοι κίνησαν μεγάλο διωγμό κατά παντός αρνουμένου να δεχτεί την κρατική θρησκεία.

Την εποχή που ξέσπασε ο μεγάλος και σκληρός αυτός διωγμός κατά των χριστιανών, ο Άγιος Μηνάς βρισκόταν με τον ρωμαϊκό στρατό στο Κοτυάειο ή Κοτύαιο (σημερινή Κιουτάχεια) της Μ. Ασίας, διαπρέποντας μεταξύ των συστρατιωτών του «οἷόν τις ἐν ἐσκοτισμένοις ἄστροις ἡμεροφαὴς ἀστήρ», όπως γράφει το «μαρτύριό» του, δηλαδή το κείμενο που περιγράφει τη ζωή και τα βασανιστήρια που υπέστη. Όταν ὁ άγιος πληροφορήθηκε το αυτοκρατορικό διάταγμα και είδε τη σκληρότητα με την όποια συμπεριφέρονταν οι διώκτες προς τους χριστιανούς, επειδή δεν μπορούσε να βλέπει τίς φρικαλεότητες, αναχώρησε σέ γειτονικό όρος, «ἐν τόποις ἐρήμοις καὶ ἀβάτοις», για να μην εξαναγκαστεί να γίνει συμμέτοχος στις ειδωλολατρικές τελετές. Στους τόπους αυτούς διέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα διάγοντας βίο ασκητικό, με νηστεία και προσευχή.

Πέρασε ο καιρός και ο Άγιος, κατακυριευμένος πλέον από τη χάρη του Θεού, ώριμος και σταθερός στην πίστη, κατέβηκε από το όρος και μετέβη στην πόλη. Ήταν ἡ μέρα του εορτασμού των γενεθλίων του αυτοκράτορα και οι πάντες βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στο θέατρο της πόλης των Κοτυαίων. Εκεί είσελθε ο Άγιος Μηνάς και ομολόγησε την πίστη του λέγοντας: «Ἐγὼ δοῦλός εἰμι τοῦ Χριστοῦ τοῦ βασιλεύοντος ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς».

Παραδέχτηκε ότι ήταν στρατιώτης του ρωμαϊκού στρατού, τις τάξεις του οποίου εγκατέλειψε, επειδή θεώρησε την αυτοκρατορική διαταγή «πρόσταγμα ἀσεβείας» και για να μη συμμετάσχει στην παρανομία που γινόταν σε βάρος αθώων ανθρώπων.» (από την Εισαγωγή του βιβλίου του Δημ. Δασκαλάκη Κανών παρακλητικός εις τον άγιον ένδοξον μεγαλομάρτυρα Μηνάν, Ηράκλειο 2010). Αποτέλεσμα αυτής της θαρραλέας ομολογίας του ήταν να καταδικαστεί σε θάνατο και να εκτελεστεί με αποκεφαλισμό (αφού πρώτα βασανίστηκε ανηλεώς),  στις 11 Νοεμβρίου του  έτους 296 μ. Χ..

Πώς, όμως, βρέθηκε να τιμάται στον τόπο μας ο Άγιος Μηνάς, ένας άγιος από την Αίγυπτο; Για το θέμα αυτό υπάρχουν δυο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, η τιμή προς τον Άγιο Μηνά ήλθε στην Κρήτη από την Αίγυπτο, λόγω της πνευματικής επικοινωνίας των επισκόπων της Κρήτης με το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και των εμπορικών συναλλαγών των Κρητικών με την Αίγυπτο.

Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, τη λατρεία του Αγίου έφεραν οι στρατιώτες του Νικηφόρου Φωκά, οι περισσότεροι από τους οποίους κατάγονταν από την Μικρά Ασία, δηλ. από την περιοχή όπου μαρτύρησε ο Άγιος, όπου ήταν διαδεδομένη η λατρεία του. Το βέβαιο είναι ότι ο Άγιος Μηνάς τιμούνταν στην Κρήτη ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους.

Σχετικά με το πώς έγινε προστάτης της πόλης του Ηρακλείου, ο κ. Θεοχάρης Δετοράκης, ομότιμος καθηγητής του Παν/μίου Κρήτης, γράφει ότι μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους, το 1669, «ὁ Μητροπολίτης Κρήτης δεν είχε ναό να ιερουργεί και ήταν αναγκασμένος να διαμένει σέ πλησιόχωρα μοναστήρια.

Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτη προφορική παράδοση, διέμενε στο ερειπωμένο σήμερα μοναστήρι του Αγίου Μηνά, στο Σκαλάνι της Πεδιάδος, το μοναδικό γνωστό μοναστήρι του αγίου στην Κρήτη. Το γεγονός αυτό ερμηνεύει ίσως και τη σύνδεση της Μητροπόλεως Κρήτης με τον Άγιο Μηνά, ὁ οποίος αναδείχτηκε στους μετέπειτα χρόνους Πάτρωνας και πολιούχος της, καθώς ήταν δημοφιλής στρατιωτικός άγιος και ἡ μορφή του λειτουργούσε και ως σύμβολο προστασίας των δυστυχισμένων χριστιανών, σέ περιόδους σκληρής δουλείας και φοβερών δοκιμασιών».

Θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι ο μικρός ναός του Αγίου Μηνά χτίστηκε επί των ημερών ενός σπουδαίου μητροπολίτη Κρήτης, του Γερασίμου Λετίτζη, εγκαινιασθείς στις 10 Νοεμβρίου του 1745, ενώ ο δεύτερος μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου άρχισε να χτίζεται τη δεκαετία του 1860, για να εγκαινιαστεί πανηγυρικά το 1895. Με τον «μικρό άγιο Μηνά» είναι συνδεδεμένος ο «μεγάλος αρμπενεντές» (η μεγάλη σφαγή) που έγινε στις 23 Ιουνίου του 1821, όταν κατεσφάγησαν από τον τουρκικό όχλο στον περίβολο του ναού ο μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος Παρδάλης και τέσσερις από τους  επισκόπους μαζί με τον ιερέα που τελούσε τη Θ. Λειτουργία (τον τελευταίο φόνευσαν πάνω στην αγία Τράπεζα) και άλλους κληρικούς και λαϊκούς. Επίσης με τον ίδιο ναό είναι συνδεδεμένο το θαύμα που έγινε το Πάσχα του 1826, όταν με θαυματουργική επέμβαση του Αγίου Μηνά απετράπη η σφαγή των χριστιανών που βρίσκονταν ενός του ναού.

Ύστερα από όλα αυτά τα ιστορικά στοιχεία, που ως Ηρακλειώτες οφείλουμε να γνωρίζουμε, μπορούμε να στοχαστούμε λίγο πάνω στη σχέση του αγίου Μηνά με την πόλη μας. Θα ξεκινήσω με μια σκέψη του Χρήστου Γιανναρά, ο οποίος γράφει »Για να υπάρξει ανθρώπινος οικισμός πρέπει να προσδιορισθεί ένα ιερό σημείο μέσα στο χώρο, άξονας ή κέντρο του οικισμού. Η συμβίωση είναι αποτέλεσμα της κοινής αναφοράς στο ιερό αυτό σημείο που ενοποιεί τη ζωή. Το κέντρο του οικισμού είναι ο άξονας της ζωής στην καθολικότητά της, είναι ο «ομφαλός της γης» και το κέντρο του κόσμου (…)» (Σχεδίασμα Εισαγωγής στη Φιλοσοφία, τεύχος πρώτο, εκδ. Δόμος, 1980, σ. 17-18).

Ο ναός του Αγίου Μηνά βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της παλιάς, εντός των τειχών, πόλης του Ηρακλείου, είναι δηλαδή ο ομφαλός της πόλης. Πράγματι, η απόσταση από τη Χανιώπορτα έως τον ναό του αγίου και από το ναό έως την πλατεία Ελευθερίας και την πύλη του Αγίου Γεωργίου είναι σχεδόν η ίδια. Το ίδιο ισχύει και για την απόσταση από την «Πύλη της άμμου» στο παλιό Μπεντενάκι έως τον ναό και από τον ναό μέχρι την Καινούργια Πόρτα (πύλη του Ιησού). Με λίγα λόγια, ο ναός βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, της οποίας και δεσπόζει. Έτσι, με κέντρο τον ναό σχηματίζεται ένας σταυρός, γεγονός που θα λέγαμε ότι ιεροποιεί την πόλη.

Το Μεγάλο Κάστρο, λοιπόν, είναι χτισμένο γύρω από τον Άγιο Μηνά, που αποτελεί έτσι το σημείο αναφοράς της πόλης. Στο κέντρο του ακριβώς βρίσκεται το μεγαλόπρεπο «σπίτι» ενός αγίου, όχι γιατί ο άγιος ζήτησε ένα τέτοιο «σπίτι», αλλά γιατί οι παλιοί Καστρινοί, εκείνοι που σε καιρούς χαλεπούς και με περισσές δυσκολίες έχτισαν τους δυο ναούς, αναγνώρισαν στο πρόσωπο του αγίου Μηνά τον προστάτη και φρουρό τους και θέλησαν να του ανταποδώσουν κάτι για τις ευεργεσίες του. Για τους παλιούς Καστρινούς, όσο τουλάχιστον μπορώ να γνωρίζω, η πόλη έπαιρνε το νόημά της από τον Άγιο Μηνά, καθώς γινόταν ένας ιερός χώρος προς τον οποίο, ως ζωοπάροχο και ενοποιό κέντρο, ήταν στραμμένοι οι κάτοικοι.

Ο ναός ενοποιούσε την πόλη περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, καθώς όλοι ένιωθαν την παρουσία του αγίου, ένιωθαν πως εκείνος τους καθοδηγούσε και τους προστάτευε, εκείνος ήταν η αναφορά της κοινής τους ζωής. Η σχέση τους μαζί του ήταν σχέση καρδιακή, ευχαριστιακή, σχέση αγάπης και εμπιστοσύνης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο σήμερα ο ναός και ο άγιος εξακολουθούν να είναι σημεία αναφοράς για τον σύγχρονο Ηρακλειώτη.

Πολλά μπορεί να πει κάνει για τον Άγιο Μηνά και τη σχέση του με την πόλη του Ηρακλείου και τους κατοίκους της. Και μπορεί, βέβαια, σε τούτες τις μέρες της σύγχυσης, της αμφισβήτησης και των δυσκολιών που διερχόμαστε το κέντρο αναφοράς πολλών συνανθρώπων μας να έχει μετακυλιστεί αλλού, θέλω όμως να πιστεύω ότι στο βάθος της ψυχής κάθε Ηρακλειώτη, κάθε κατοίκου αυτής της ιστορικής πόλης, εξακολουθεί να ζει αυτός ο καβαλάρης, κοντοσγουρογένης άγιος.

Ο Άγιος Μηνάς που, όπως γράφει ο Καζαντζάκης, «όλη μέρα στέκουνταν στο κόνισμά του, μέσα στη μικρούλικη  εκκλησιά του, καβάλα σέ ψαρί άλογο, και κρατούσε όρθιο ένα κόκκινο κοντάρι…μα ευτύς ως έπεφτε ἡ νύχτα και μαζεύουνταν οι χριστιανοί στα σπίτια τους κι ένα ένα έσβηναν τα φώτα, έδινε μια, αναμέριζε τ’ ασημένια ταξίματα και τις μπογιές, σπιρούνιζε τ’ άλογό του κι έφερνε σβάρνα τους ρωμαίικους μαχαλάδες.

Έβγαινε περιπολία. Σφαλνούσε τίς πόρτες, όσες είχαν ξεχάσει οι χριστιανοί ανοιχτές, σφύριζε στους νυχτοπαρωρίτες να γυρίσουν πιά στα σπίτια τους…»· «αν κανείς χριστιανός είναι άρρωστος κι είναι φωτισμένο το παραθύρι του, στέκεται και παρακαλάει το Θεό να τον γιάνει.

Μάτι ανθρώπου δεν έχει τη δύναμη να τον δει …Κι άμα τελέψει τη βόλτα του, χαράματα πιά, γυρίζει πάλι στο κόνισμά του…»· «κι όταν πρωί πρωί έμπαινε ὁ εκκλησιάρης, ὁ κύρ Χαραλάμπης, να σκουπίσει και να γυαλίσει τα μανουάλια, έβλεπε το άλογο του Αι-Μηνά μουσκεμένο, μα δε ξαφνιάζουνταν· τό ‘ξερε αυτός, όλος ὁ κόσμος τό ‘ξερε, πώς ὁ άγιος γυρίζει όλη νύχτα περιπολία».

Πηγή: patris.gr