30 Ιουνίου 1902: Ο Βασίλειος Μακράκης χειροτονείται Επίσκοπος Αρκαδίας

82

(Απόσπασμα από κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφ. ΠΑΤΡΙΣ στις 19 Ιανουαρίου 1980)

Ο Βασίλειος δεν είχε ματαιόδοξες φιλοδοξίες ήταν μετριόφρονας, πάρα πολύ, απλός και καταδεχτικός και τα ιερατικά αξιώματα τα ένιωθε σαν τεράστια ευθύνη και υποχρέωση σοβαρή. Ήταν 28 χρόνων μόνο τότε κι όμως το αποτέλεσμα ήταν απροσδόκητο για τον Βασίλειο. Εκλέχτηκε Επίσκοπος Αρκαδίας και ύστερα από επικύρωση της εκλογής όπως ο νόμος ώριζε από την Αρμοστεία χειροτονήθηκε Επίσκοπος Αρκαδίας στις 30 Ιουνίου 1902, ήταν τότε ο Βασίλειος 30 χρόνων. Αυτός που είχε την ευτυχία και την ικανοποίηση να τον χειροτονήσει Επίσκοπο ήταν ο μεγάλος του παραστάτης ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευμένιος. Έδρα της Επισκοπής είναι οι Άγιοι Δέκα Γόρτυνας, εκεί εγκαταστάθηκε.

Η προϋπάντηση που του έγινε ήταν εξαιρετική και συγκινητική και μεγαλειωδική. Όλος ο λαός της επαρχίας και ο κλήρος τον υποδέχτηκαν με εκδηλώσεις χαράς, τιμώντας τον εξαιρετικό αυτό άνθρωπο που ανέβηκε στον Επισκοπικό Θρόνο τόσο νέος. Αυτό έκαμε τον Βασίλειο να κλάψει από συγκίνηση, ένοιωθε τις ευθύνες του να μεγαλώνουν καθώς έβλεπε πως η Θεϊκή εντολή τον έβαζε επί κεφαλής λαού. Ποθούσε να διδάξει να μορφώσει να φωτίσει. Να προοδεύσει και ν’ ανεβάσει, ψυχικά αλλά και βιωτικά το λαό του.

Τώρα ο Βασίλειος εύρισκε συγκεκριμένα τα μέσα και τον τρόπο να εκφράσει όλες του τις προοδευτικές και δημιουργικές ικανότητες και στο θρησκευτικό και στον κοινωνικό τομέα. Βρήκε την περιοχή της Μεσσαράς με παχύ και αποδοτικό έδαφος αλλά οι γεωργικές δουλειές ήταν χωρίς μέθοδο, χωρίς σύστημα, χωρίς μελέτη. Όλα είχανε ριχτεί στη τύχη και στις καιρικές συνθήκες. Τα μέσα καλλιέργειας ήταν πρωτόγονα, οι χωρικοί είχαν απλές γεωργικές γνώσεις κι έτσι η απόδοση των αγροτών δεν ήταν εκείνη που έπρεπε. Όλη η προσοχή του στράφηκε στη γη. Εδίδασκε προσωπικά ο ίδιος τους χωρικούς και κοντά στη θρησκευτική και ηθική διαπαιδαγώγηση μιλούσε και για τον τρόπο και σύστημα εργασίας για καλλιέργειες και αρρώστιες των φυτών, για κοπρίσματα και κλαδεύματα. Για πρώτη φορά ακούγονταν Ιεράρχης ν’ ασχολείται με κοινωνικά και παραγωγικά έργα και οι χωρικοί στο σεμνό πρόσωπο του Βασίλειου γνώρισαν τον πρωτοπόρο προοδευτικό γεωργό και γεωπόνο της ιστορίας τους.

Την Επισκοπή του είχε πάντοτε ανοιχτή μέρα νύχτα για οποιοδήποτε. Ένας αληθινός και γνήσιος Μυριήλ που ξεπετάχτηκε ολοζώντανος απ’ τις δυνατές και άφθαστες σελίδες του Ουγκώ. Αλλά ανώτερος και τελειώτερος εκείνου, γιατί είχε μέσα του την Κρητική φλόγα και το πνεύμα της δημιουργίας και της αξιοποίησης των Χριστιανικών ιδανικών με πραχτικά αποτελέσματα και ουσιαστικά ωφελήματα. Η δυστυχία θέλει ριζικές λύσεις και όχι τα ψίχουλα της αγαθοεργίας. Δεν ήταν μόνο ο αγαθός και φιλάνθρωπος και ο ανεξίκακος Μυριήλ αλλά και ο καθηγητής, ο γεωπόνος και ο κοινωνικός απόστολος.

Είχε σκοπό του να χτυπήσει την φτώχεια των ανθρώπων και ανεβάζοντας την ψυχή τους κοντά στο Θεό ν’ ανεβάσει παράλληλα και το βιωτικό τους επίπεδο, να κάμει καλλίτερους τους όρους διαβίωσης των ανθρώπων. Συνδυασμός εξαιρετικός του θρησκευτικού Ηγέτη και του Κοινωνιολόγου. Στην υπηρεσία του Χριστού και στην εξυπηρέτηση του Ποιμνίου του ουσιαστικά και αληθινά. Άρχισε μεθοδικά να βάλει μπροστά το σκοπό του, ήθελε να έχει τα υλικά μέσα απαραίτητα για το ξεκίνημα του. Το γεωργικό πρόβλημα της Κρήτης τον απασχολούσε εντατικά και άρχισε να ρίχνει τις σκέψεις του στα μέλη της Μοναστηριακής Επιτροπής Ηρακλείου. Πρόεδρος της επιτροπής ήταν ο Επίσκοπος Πέτρας και επόπτης του Μητροπολιτικού Θρόνου Τίτος. Ο Επίσκοπος Τίτος άκουσε με ενδιαφέρον τις ωραίες απόψεις του συναδέλφου του Αρκαδίας και τον συγκίνησε το γεωργικό θέμα. Υιοθέτησε την εισήγηση του Βασίλειου και η Μοναστηριακή Επιτροπή Ηρακλείου τη παραχώρηση στην επιτροπή του, του πλουτοπαραγωγικού τμήματος του μετοχίου Βροντησίου Αγίας Παρασκευής. Εκεί γειτονικά με την Επισκοπή του ο Βασίλειος γεμάτος απ’ την ευτυχία που δίνει στον άνθρωπο σαν βλέπει την απαρχή των ονείρων του να πραγματοποιείται έβαλε το μεγάλο θεμελιακό λιθάρι της προόδου για ολόκληρη την Κρήτη. Στο 1917 για την δημιουργία της Γεωργικής Σχολής Μεσσαράς.

Μέρα και νύχτα από κοντά παρακολουθούσε και βοηθούσε προσωπικά για να τελειώσει το κτίριο. Ένοιωθε εκεί σαν σκαπανέας που ανοίγει διάπλατο τον δρόμο να περάσει ο ειρηνικός στρατός των προοδευτικών γεωργικών κατακτήσεων. Η σπουδαιότητα του έργου τον φλόγιζε, τον τόνωνε, τον ενθουσίαζε. Και δεν είχε άδικο. Η γεωργική πρακτική εκπαίδευση έβγαλε τεχνίτες, γεωπόνους, προοδευτικούς γεωργούς που σκορπούσαν σ’ όλη την Κρήτη και φέρνανε νέα συστήματα καλλιεργείας και διαφωτίζανε τους χωρικούς με τρόπους εργασίας σωστούς και αποδοτικούς.

Δικό του έργο είναι και ο δρόμος Αγίας Βαρβάρας Μοιρών. «Όπου υπάρχουν δρόμοι υπάρχει πρόοδος κι έτσι θα μπορώ να επικοινωνώ με το ποίμνιό μου και την πολιτεία δεν φθάνει να μαθαίνωμε πώς να βγάλωμε καλλίτερα και περισσότερα αγαθά αλλά να μπορούμε και να τα διαθέτωμε γρήγορα και σε καλές τιμές».

Έτσι συνήθιζε να λέγει. Ήταν οικονομολόγος λοιπόν ο Ιεράρχης αυτός που με τη δράση τη γεωργική και κοινωφελή έγινε παράδειγμα αλλά και αγαπήθηκε και λατρεύθηκε σαν αληθινός πατέρας και σαν στοργικός ποιμένας. Σεμνά και απλά χωρίς επίδειξη εκτελούσε το χρέος του και ήταν πλημμυρισμένος απ΄ το φώς της δικής του δημιουργίας της ησυχασμένης και καθαρής συνείδησης.

Την σημασία του έργου της Σχολής αυτής την ξέρομε όλοι. Το δημιούργημα του αυτό μιλεί καθαρά για τη μεγαλόπνοη και πρωτόφαντη προσωπικότητα του Βασίλειου. Η δραστηριότητα του ακούραστη και άκαμπτη συνεχιζόταν. Έχτισε εκκλησίες, Σχολεία σε διάφορα χωριά της περιοχής του και υποχρέωνε με τη γροθιά του και με τις παραστάσεις του τις ζωηρές, τους πολιτικάντηδες της περιοχής του, να δείχνουν πρακτικό ενδιαφέρον για τον αγρότη και να κάνουν το κράτος να βοηθά το έργο του.

Αγόρασε με τους μισθούς του απ’ το Εφκάφι το οθωμανικό νεκροταφείο το καθάρισε και έχτισε εκεί άλλη επισκοπή το 1906. Φιλόξενος σε αφάνταστο βαθμό, φιλάνθρωπος στο αποκορύφωμα της έννοιας δεν κρατούσε παρά ότι θα τον συντηρούσε στη ζωή. Όλα τα διέθετε για το λαό του. Ο μεγάλος αυτός Ιεράρχης ήταν η ζωντανή έκφραση του Χριστιανικού Λόγου «Αγαπάτε τον Πλησίον» και τον αγαπούσε με έργα ζωντανά, προοδευτικά, αποδοτικά. Εσημείωσε μια εποχή φωτεινή και σπουδαία και έμεινε στη περιοχή Μεσσαράς σύμβολο ιερωσύνης και ανθρωπισμού.

Στα 1941 προκρίθηκε με παμψηφία Μητροπολίτης Κρήτης από τη Σύνοδο των Πατριαρχείων και ανέβηκε φωτολουσμένος και αγαπημένος του λαού στο θρόνο του Αγίου Τίτου.