«Ναι, είναι κάποιοι αθρώποι, φίλοι, συγγενείς, γειτόνοι και γνωστοί, σαν τα σάπια ντόντια, απού μοναδική γιατρειά είναι το βγάρμα τους από μέσα μας…»

170

Γράφει ο Μιχάλης Στρατάκης*

Διάβασε το και κράτηξε την ορμηνιά στην πίσω πάντα του μυαλού σου….

Εκίνησα κατά το μιτάτο του, μ’ ένα ξεκάθαρο σκοπό, με μια ξεκάθαρη αποστολή.

Επήγαινα για να κάμω ένα σασμό.

Ο σύντεκνος μου ο αορείτης βοσκός, είχε ξεκόψει κάθε σχέση με ένα κοινό φίλο μας, βάνοντας τέλος σε μια φιλιά πολλών χρόνων.

Το λόγο δεν τον εκάτεχα, όμως εθάρρουνα πως ήτανε κρίμα κι άδικο να ξεριζωθεί μια φιλιά τόσων χρόνων για οποιοδήποτε λόγο.

Γιαυτό επήγα στο βουνό, στο κονάκι του, να τονε σιργουλέψω.

Εκόντεψα να σκάσω από τη σφιχταγγαλιά απού μου ‘καμε μόλις μ’ είδε.

Στη ζεστασά τση παραστιάς εκάτσαμε και ντελόγο η πέτρινη πεζούλα απού ‘χε για τραπέζι εγέμισε με ρακομεζέδες και ρακή.

Αφού είπαμε πολλά και ήπιαμε πολύ, του ‘φερα την κουβέντα για το λόγο που ‘χε οδηγήσει τα ζάλα μου στο μιτάτο του.

Όση ώρα του μίλουνα, με ξάνοιγε στα μάθια κι έξυνε τα γένια του.

Σαν αποτέλειωσα τση δικές μου κουβέντες, εντάκαρε την απόκριση του.

‘’Γροίκα, σύντεκνε, ίντα ‘χω να σου ‘ρμηνέψω. Άμα έχεις στη μπούκα σου ένα σαπισμένο αντόντι απού σε πονεί κι απού δε σώνεται με πράμα, μήτε οι ασπιρίνες σε σώνουνε από τση πόνους, μήτε τα νταντουλίσματα με ρακή, μήτε τα γιατροσόφια. Βγάρμα θέλει το σάπιο ντόντι, για να μη ντακάρουνε να σαπίζουνε και τα διπλανά του. Ετσά ‘ναι κι οι γι’ αθρώποι απού ‘χομε μέσα μας. Άμα κάποιος ντακάρει να σαπίζει, μόνο το βγάρμα σε σώζει. Για να μη σαπίσουνε κι οι γιαποδέλοιποι. Γιατί στο τέλος θα σαπίσεις και του λόγου σου. Ετούτηνα είναι η γνώμη μου κι άμα θες γροίκα τηνε. Άμα δε θες, γήρευε ασπιρίνες, ρακή για νταντουλίσματα και γιατροσόφια. Δική σου είναι η απόφαση’’.

Είπε και ξαναγέμισε τα ποτήρια με ρακή.

Εμεταξέσυρε ίσαμε την παραστιά για να βγάλει από τα η στάχτη δυό χωσμένες οφτές πατάτες κι ένα κρομύδι και μέχρι να τα φέρει στην πεζούλα, να τ’ ανοίξει χτυπώντας τα με τη γροθιά του, να στίψει απάνω τους ένα λεμόνι και να τα πασπαλίσει με χοντρό αλάτσι, είχα το χρόνο να σκεφτώ την κουβέντα του και να βγάλω απόφαση.

Ναι, είναι κάποιοι αθρώποι, φίλοι, συγγενείς, γειτόνοι και γνωστοί, σαν τα σάπια ντόντια, απού μοναδική γιατρειά είναι το βγάρμα τους από μέσα μας.

Μια κι όξω, για να μη κρατήσει και πολύ ο πόνος του βγαρμάτου.

* Ο Μιχάλης Στρατάκης είναι Δημοσιογράφος από τις Γκαγκάλες της Μεσαράς