12 Σεπτεμβρίου 1906: Ο πρίγκιπας Γεώργιος αποχωρεί από την Κρήτη

87

«Το Διάδοχο, τον γνωρίζω ήδη, με το τετράγωνο κεφάλι του, τα πεταχτά αυτιά του, τα φωτεινά μάτια του, το ωραίο, ειλικρινές και δυνατό γέλιο του. Πόσο όμως ο αδελφός του είναι ψηλός! Περνά τον Διάδοχο και τον πατέρα μου κατ’ ένα κεφάλι. Αλλά όμως είναι τόσο ωραίος αυτός ο ψηλός γίγαντας… Λεπτός, ξανθός, με μεγάλο ξανθό μουστάκι όπως ο πατέρας του, ευθεία μύτη, με μάτια μπλε που χαμογελούν. Μόνο που έχει λίγα μαλλιά, είναι καραφλός. Αλλά τι πειράζει; Είναι ψηλός, όμορφος, ξανθός και κυρίως φαίνεται τόσο καλός, τόσο καλός. Επιπλέον, φαίνεται λίγο να υποφέρει, αυτός ο καλός, αυτός ο ωραίος γίγαντας κάτι που τον κάνει πιο τραβηχτικό, πιο συμπαθητικό… Έχει αδυνατίσει, έχει πολύ αδυνατίσει. Ωχρός με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά… Είναι, φαίνεται, οι συνέπειες των πολιτικών προβλημάτων που αντιμετώπισε στην Κρήτη με κάποιο Βενιζέλο, που τον αδυνάτισαν έτσι τον φτωχό!». Με αυτά τα λόγια περιέγραψε η Μαρία Βοναπάρτη στο ημερολόγιο της με το τίτλο «L’ appel des seves» (σελ. 956) την πρώτη εντύπωση που της προκάλεσε η γνωριμία με τον πρίγκιπα της Ελλάδος, Γεώργιο και κατοπινό σύζυγο της.

Ο πρίγκιπας Γεώργιος, δευτερότοκος γιος του βασιλέα Γεωργίου Α’ και της Μεγάλης Δούκισσας Όλγας, γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 12/24 Ιουνίου 1869. Η ανατροφή του ανατέθηκε καταρχήν σε Αγγλίδα παιδαγωγό και από το 6ο έτος της ηλικίας του σε Έλληνες που ανέλαβαν να του διδάξουν την ελληνική γλώσσα. Από τη μητέρα του διδάχθηκε τις θρησκευτικές παραδόσεις της Ορθοδοξίας που λέγεται πως τηρούσε πάντα με αυστηρότητα και ευλάβεια.

Η συναναστροφή του με τον Πρώσσο παιδαγωγό Οθωνα Λύντερς και τους αυστηρούς τρόπους του δεν εμπόδισαν καθόλου τον Γεώργιο εις το να παραμείνει ο πλέον άτακτος, αυθόρμητος και αφελής από τα αδέλφια του: τον διάδοχο Κωνσταντίνο, την πριγκίπισσα Αλεξάνδρα, τον Νικόλαο και την Μαρία. Από πολύ μικρή ηλικία άφησε να διαφανούν δύο φυσικές του κλίσεις, η αγάπη του για τα ταξίδια και τη θάλασσα.

Συχνά επισκεπτόταν τους συγγενείς του στη Δανία και στη Ρωσία, ενώ σε ηλικία 11 ετών φόρεσε τη ναυτική στολή του ανθυποπλοιάρχου του Ρωσικού Ναυτικού, βαθμό που του είχε τιμητικά προσφέρει ο τσάρος Αλέξανδρος Β’ σε ένδειξη στοργής προς την ανιψιά του Όλγα. Από τα αθλητικά αγωνίσματα ο Γεώργιος προτιμούσε τα θαλάσσια, την κολύμβηση και την κωπηλασία.

Σε ηλικία 13 ετών γράφτηκε στη Σχολή Ευελπίδων και τον Μάιο του 1885, αφού πρώτα έμαθε τη δανική γλώσσα, παρακολούθησε τα μαθήματα της Σχολής Δοκίμων της Κοπεγχάγης. Η σχολή αυτή ήταν διεθνώς αναγνωρισμένη σαν μία από τις καλύτερες Σχολές των ναυτικών επιστημών. Στη Σχολή αυτή φοίτησε τέσσερα χρόνια και με την επιστροφή του στην Ελλάδα έγινε φανερή η αλλαγή της ιδιοσυγκρασίας του. Το σκληρό και αλύγιστο περιβάλλον της Σχολής με τους αυστηρούς ναυτικούς κανονισμούς τον επηρέασαν τόσο πολύ, ώστε δημιούργησαν έναν άλλον άνθρωπο.

Την παιδική έκφραση διαδέχθηκε η επιβλητική εμφάνιση, χωρίς όμως να χάσει τίποτε από την απλότητα του όπως μας μαρτυρεί ο προσωπικός του βιογράφος Ανδρέας Σκανδάμης: «Εκάπνιζεν, έπινε ρετσίνα συνοδεία μεζέδων, ετραγουδούσε ακόμη και λαϊκά τραγούδια της εποχής, σαν γνήσιος «Ρωμηός γλεντζές». (Σελ. 34: «Πρίγκηψ Γεώργιος», Αθήνα 1955). Από τότε χρονολογείται και η στενή σχέση που ανέπτυξε με το θείο του Βαλντεμάρ, πρίγκιπα της Δανίας. Σχέση τόσο στενή που ο Γεώργιος τον θεωρούσε περισσότερο ως φίλο -και όταν έλεγε ο «φίλος μου» αναφερόταν μόνο σε αυτόν- παρά ως συγγενή.

Ο Βαλντεμάρ τον συντρόφευε παντού, μέχρι στο ταξίδι του μέλιτος με την Μαρία Βοναπάρτη!.. Στη Σχολή Δοκίμων, ο Γεώργιος πέρασε όλα τα στάδια της ναυτικής καταρτίσεως, ναυτόπαις, ναύτης, θερμαστής, κ.ά. μέχρι την ημέρα της αποφοιτήσεώς του που ονομάσθηκε ανθυποπλοίαρχος και επέστρεψε στην Ελλάδα για να καταταγεί στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό. Οφείλουμε να τονίσουμε ότι την περίοδο εκείνη είχε αρχίσει να εκδηλώνεται ζωηρό ενδιαφέρον από την πλευρά της κυβερνήσεως όπως η Ελλάδα γίνει, σύντομα, υπολογίσιμη και ισχυρή ναυτική δύναμη.

Με αυτή την επιθυμία ναυτολογήθηκε ο Γεώργιος στο θωρηκτό «Βασίλισσα Όλγα» που αποτελούσε μονάδα της προπαιδευτικής μοίρας στον Πόρο. Εκεί, ο Γεώργιος ανέλαβε την εποπτεία της εκγυμνάσεως των κληρωτών και τη μετάδοση των γνώσεων του στους εκπαιδευτές αξιωματικούς. Το 1890 ο πρίγκιπας προήχθηκε σε υποπλοίαρχο και λίγο μετά έγινε κυβερνήτης τορπιλοβόλου, διοικητής της Κινητής Άμυνας, υπηρεσίας που εκπαίδευε τους αξιωματικούς και ναύτες των τορπιλλοβόλων.

Αρχές του 1891 έφυγε με τον εξάδελφο του, μελλοντικό τσάρο Νικόλαο Β’, για μεγάλο ταξίδι στην Άπω Ανατολή. Στην Ιαπωνία διέσωσε τη ζωή του διαδόχου της Ρωσίας κατά τη δολοφονική απόπειρα που έγινε εναντίον του από φανατικό Ιάπωνα. Ύστερα από αυτό το θλιβερό συμβάν, ο Ιάπωνας αυτοκράτορας τον ευχαρίστησε με τα εξής λόγια: «Σας ευχαριστώ διότι διεφυλάξατε την Ιστορία της Ιαπωνίας από κηλίδα, η οποία ουδέποτε θα ηδύνατο να εξαλειφθεί». (Α. Σκανδάμης σελ. 39) και όταν ο Τσάρεβιτς διέκοψε το ταξίδι του στο Βλαδιβοστόκ, ο πρίγκιπας επέστρεψε στην Ελλάδα μέσω Αγίου Φραγκίσκου, Ν. Υόρκης και Δανίας.

Τον Οκτώβριο του 1891, ο Γεώργιος ανέλαβε τη διοίκηση της Σχολής τορπιλιτών, όπου με την ανάληψη των καθηκόντων του άρχισε η αναδιοργάνωση της Σχολής επί νέων βάσεων. Πρότεινε μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του Ναυτικού, όπως την ανέγερση συγχρονισμένων ναυπηγείων, την κατασκευή μονίμου δεξαμενής, την αντικατάσταση εκπαιδευτικού πλοίου κ.ά. Αν και ήσαν πολλές οι οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετώπιζε η Κυβέρνηση, εν τούτοις βρέθηκαν τα χρήματα, τα έργα ξεκίνησαν και σε σύντομο χρόνο ήταν καθ’ όλα έτοιμα.

Τον Αύγουστο του 1892, ο Γεώργιος αφού πήρε το βαθμό του πλωτάρχη, εξελέγη  μέλος της εξεταστικής επιτροπής για την εισαγωγή δοκίμων στη Ναυτική Σχολή, όπου λέγεται πως έδειξε τέτοιο αίσθημα αξιοκρατίας φθάνοντας να απορρίψει από τις εξετάσεις το γιο τέως πρωθυπουργού και ενός γνωστότατου ναυάρχου. Ταυτόχρονα άρχισε να ασχολείται και με την αναγέννηση της αθλητικής ιδέας και του ελληνικού αθλητισμού. Εκλέχθηκε επίτιμος πρόεδρος του Εθνικού Γυμναστικού Συλλόγου, που αποτέλεσε το φυτώριο της δημιουργίας της νέας αθλητικής γενιάς.

Το 1896, μάλιστα, έγιναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα και ο Σπ. Λούης χάρισε την πρώτη δάφνη στην Ελλάδα, κερδίζοντας στο Μαραθώνιο. Η περιγραφή που μας άφησε είναι χαρακτηριστική: «Από τους Αμπελοκήπους έως το Στάδιον ο ενθουσιασμός του λαού έφθασεν εις το κατακόρυφον. Το θέαμα του συνωστιζομένου και ζητωκραυγάζοντος πλήθους κατά την διέλευσίν μου ήτο πρωτοφανές. Οταν έφθασα εις τας πύλας του Σταδίου, τα έχασα κυριολεκτικώς. Εβλεπα τον πανζουρλισμόν του λαού και δεν ήξερα πού να πάω. Τότε βλέπω να έρχεται κοντά μου ο πρίγκηψ Γεώργιος, όστις με ενηγκαλίσθη και με ησπάσθη. Και αμέσως μου είπε: «Τρέχα να κόψης την κλωστήν». Επροχώρησα ολίγα βήματα, είδα την κλωστήν και την έκοψα. Και αμέσως ο Πρίγκηψ με άρπαξεν εις τας στιβαράς χείρας του και με εσήκωσε υψηλά για να με ιδή ο κόσμος, ο οποίος με χειροκροτούσε και με εζητωκραύγαζε. Αμέσως κατόπιν, έκαμα τρέχων ολόκληρον τον γύρον του Σταδίου, έχων παραπλεύρως μου τον Πρίγκιπα, ο οποίος επίσης έτρεχε μαζί μου, ενώ τα πλήθη εξηκολούθουν να ζητωκραυγάζουν. Οταν έπειτα επήγα εις τα αποδυτήρια, με επεσκέφθη πάλιν ο Πρίγκηψ, ο οποίος μου έφερεν ένα ωραίο χρυσό ωρολόγιον με αλυσίδα επίσης χρυσή και μου είπεν ότι είναι δώρον μιας κυρίας εκ Σμύρνης, ονόματι Κοντούλη».

Ο πρίγκιπας Γεώργιος επίστευε και δεν θα το θεωρούσαμε λάθος ότι η νίκη του Σ. Λούη είχε τέτοια επίδραση στο λαό, ώστε έγινε ύστερα από λίγο η κινητήριος δύναμη όλων εκείνων των διαδηλώσεων περί τα τέλη του 1896 και τις αρχές του 1897, που δημιούργησαν μία ακατάσχετο φιλοπόλεμη ορμή, λανθασμένη ίσως που κατέληξε στην πολεμική ήττα του 1897.

Την ίδια περίοδο ο κρητικός λαός διατηρώντας αμείωτη την ελληνική ψυχή του και στην προσπάθεια του να επιτύχει την «Ένωση» με την Ελλάδα, έπεισε την κυβέρνηση του Δεληγιάννη να επέμβει στην Κρήτη. Τον Ιανουάριο του 1897 ο πρίγκιπας Γεώργιος επικεφαλής πολεμικών πλοίων πήγε στην Κρήτη προκειμένου να εμποδίσει τη μεταφορά τουρκικού στρατού. Ο ατυχής, όμως, ελληνοτουρκικός πόλεμος που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει (8 Απριλίου-8 Μαΐου) ανάγκασε την Ελλάδα να ανακαλέσει τις δυνάμεις της από το νησί, ενώ ο Γεώργιος καλέσθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του με το τορπιλοβόλο «Κανάρης» στις περιορισμένες επιχειρήσεις του στόλου στο Αιγαίο.

Μετά τον ατυχή πόλεμο κατά της Τουρκίας, όταν οι Μ. Δυνάμεις κήρυξαν την Κρήτη ανεξάρτητη πολιτεία υπό την επικυριαρχία της Τουρκίας, ο πρίγκιπας Γεώργιος παρά την αντίδραση των υπολοίπων δυνάμεων, διορίσθηκε με πρόταση της Ρωσίας Ύπατος Αρμοστής της Νήσου για 3 χρόνια. Ο Γεώργιος έφθασε στα Χανιά στις 13 Δεκεμϋρίου 1898 με γαλλική ναυαρχίδα διότι η υψηλή πύλη  αντιτάχθηκε στη μεταφορά του με ελληνικό σκάφος. Στα Χανιά έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από «πλήθος Κρητών… Ο πρόεδρος του Συμβουλίου των Ναυάρχων Ποττιέ, Γάλλος (…), τω παρέδωκεν επισήμως (…) την υπερτάτην διοίκησιν της νήσου» (Θ. Δετοράκης: Ιστορία της Κρήτης, σελ. 438 κ.ε.).

Μόλις ο Γεώργιος ανέλαβε τα καθήκοντα του, απηύθυνε προς τον κρητικό λαό διάγγελμα, με το οποίο τον καλούσε σε πειθαρχία στους νόμους και σε ειρηνική συμβίωση. Οι ξένοι ναύαρχοι αναχώρησαν από την Κρήτη στις 10 Δεκεμβρίου 1898 και αμέσως άρχισε το δυσχερές έργο του Γεωργίου για την οργάνωση της κρητικής Πολιτείας.

Ο Ύπατος Αρμοστής διόρισε αμέσως τους συμβούλους του, που είχαν θέση υπουργών, σύνταξε νέο Σύνταγμα, έκανε εκλογές στις 24 Ιανουαρίου 1899 με υποδειγματική τάξη και με την πρώτη του κυβέρνηση έπραξε έργο σημαντικό. Εξέδωσε τάχιστα νόμους και διατάγματα, έκοψε κρητικό νόμισμα (τη δραχμή), ίδρυσε την Κρητική Τράπεζα και οργάνωσε Χωροφυλακή, με Ιταλούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς. Ιδιαίτερη ήταν η μέριμνα τους για την εκπαίδευση με την ίδρυση 98 σχολείων, και για τη δημόσια υγεία. Μεταξύ των πρώτων υγειονομικών μέτρων ήταν η αποτελεσματική   προστασία   του   λαού από τη λέπρα και η περίθαλψη τους στο νεοϊδρυθέν (1903) λεπροκομείο της Σπιναλόγκας. Τότε ιδρύθηκε στο Ηράκλειο και το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο.

Γενικά, τα πρώτα έτη της αρμοστείας του Γεωργίου «υπήρξαν έτη ευδαίμονα διά την Κρήτην υπό έποψιν δημοσίας τάξεως, διοργανώσεως και εργασίας εκπολιτιστικής» σημειώνει στο ημερολόγιο του ο Μ. Κούνδουρος (Θ. Δετοράκη, op. cit., σελ. 440). Γρήγορα, όμως, εκδηλώθηκε διαφωνία μεταξύ του Γεωργίου και του υπουργού του της Δικαιοσύνης, Ε. Βενιζέλου, σχετικά με την ανανέωση της θητείας του πρώτου ως Αρμοστή (Μάρτιος 1901), την οποία ο Βενιζέλος θεωρούσε ως περιορισμό της αυτονομίας της Κρήτης, αφού ο Γεώργιος ήταν εντολοδόχος των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η κρίση αυτή κράτησε 4 ολόκληρα χρόνια και αποκορυφώθηκε από τη βενιζελική επανάσταση του Θερίσου (Μάρτιος-Νοέμβριος 1905), που υποχρέωσε τον Γεώργιο να παραιτηθεί από το αξίωμα του Υπάτου Αρμοστή (Ιούλιος 1906). Ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς ποιος είχε δίκιο ή άδικο, γιατί η Ιστορία δεν εξετάζεται με υποθέσεις, σίγουρη όμως είναι η πραγματικότητα πως η Κρήτη έγινε αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού κράτους 6 χρόνια αργότερα.   Tο 1959, δύο χρόνια μετά το θάνατο του πρίγκιπα, η σύζυγος του Μαρία Βοναπάρτη δημοσίευσε τις «Αναμνήσεις» του όπου δίνονται εξηγήσεις για την όλη στάση του Γεωργίου κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Κρήτη, τις αντιγνωμίες του με τον Ε. Βενιζέλο και εκφράζει τη λύπη του επειδή οι Μ. Δυνάμεις δεν τον υποστήριξαν κατά την περίοδο εκείνη, αν και η παρισινή εφημερίδα «ΧΡΟΝΟΣ» έγραφε σε κύριο άρθρο της για την αναχώρηση του από την Κρήτη: «Ο Υπατος Αρμοστής ημπορεί να διέπραξε σφάλματα. Πας τις θα τα διέπραττεν εις την θέσιν του. Πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί ότι εξετέλεσε την αποστολήν του μετ’ απολύτου χρηστότητος, ότι προέβη εις το έργο του μετ’ ευπρεπείας μέχρι των ορίων της αυταπαρνήσεως και ότι, αφού εντίμως ειργάσθη, αποσύρεται μετά τελείας διακριτικότητος» (Α. Σκανδάμης, σελ. 351). Μετά την αποχώρηση του από την Κρήτη, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1906, ο Γεώργιος ταξίδεψε στην Άπω Ανατολή, συνοδεύοντας το θείο του Βαλντεμάρ. Τον Αύγουστο του 1907 αρραβωνιάστηκε την πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη, κόρη του διακεκριμένου επιστήμονα Ρολάνδου Βοναπάρτη, απογόνου του αυτοκρατορικού οίκου της Γαλλίας και ο γάμος τους έγινε στις 29 Νοεμβρίου/12 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους.

Η Μαρία Βοναπάρτη (1882-1962) ήταν ψυχαναλύτρια και στενή συνεργάτις του Φρόυντ. Συνέβαλε αποφασιστικά στην εισαγωγή των ιδεών του Φρόυντ και στην οργάνωση της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, όταν μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ίδρυσε με τους Α. Εμπειρίκο, Γ. Ζαβιτσιάνο κ.ά. την πρώτη «Ελληνική Ψυχαναλυτική Ομάδα». Υποστήριξε έντονα την υποψηφιότητα για το Βραβείο Νόμπελ του Ν. Καζαντζάκη και αυτός της αφιέρωσε τον «Τελευταίο Πειρασμό».

Από το γάμο τους ο Γεώργιος απέκτησε δύο παιδιά: τον πρίγκιπα Πέτρο και την Ευγενία, που δεν ζούνε σήμερα. Δύο χρόνια αργότερα, μετά την επικράτηση του κινήματος στο Γουδί (1909) και την απομάκρυνση των πριγκίπων από το στόλο, ο Γεώργιος εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Επισκεπτόταν, όμως, συχνά την Ελλάδα, όταν επέτρεπαν οι πολιτικές συνθήκες, ενώ η σύζυγος του προσέφερε σημαντικές φιλανθρωπικές υπηρεσίες στους τραυματίες κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913). Ο Γεώργιος, παρά την έντονη προσωπική του αντιπάθεια προς το Βενιζέλο, συμφώνησε με τη φιλική του στάση προς την Αντάντ μετά την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κατά την πρώτη φάση του Διχασμού (1915-16), προσπάθησε επανειλημμένα να τον συμφιλιώσει με τον αδελφό του, τον βασιλέα Κων/νο ενεργώντας ως ανεπίσημος αντιπρόσωπος της γαλλικής κυβερνήσεως. Ο πρίγκιπας Γεώργιος πέθανε στο Σαιν Κλου στις 25 Νοεμβρίου 1957.

Πηγή: http://anemourion.blogspot.gr/