Ο Βωριανός Δάσκαλος Γιωργής Πολυχρονάκης από τους πρώτους που πάτησαν τη Σμύρνη το 1919

1111

Ο  Γιωργής, όπως τον αποκαλούσαν συγγενείς και φίλοι, γεννήθηκε  στους  Βώρους του νομού Ηρακλείου, περί το 1890. Εκπαιδευτικός στο επάγγελμα (δάσκαλος), ήταν δυναμικός και ευφυής σαν χαρακτήρας, αθλητικός και ρωμαλέος στο σώμα. Ένας εξαιρετικός ιππέας με άφθαστες ικανότητες, πολύ αγαπητός στη γενέτειρα του και στην ευρύτερη περιοχή.

Κλήθηκε να υπηρετήσει την πατρίδα και αφού εκπαιδεύτηκε τοποθετήθηκε στο 4ο Σύνταγμα της Ι ης  Μεραρχίας Πεζικού. Με την αυταπάρνηση και τον ηρωισμό που επέδειξε από τις πρώτες μάχες προάχθηκε επ” ανδραγαθία στο βαθμό του έφεδρου Ανθυπολοχαγού πεζικού .

Ήταν από τους πρώτους που αποβιβάστηκαν στις 2 Μαΐου του 1919 στην περιοχή της Σμύρνης, στη Μικρά Ασία, για να βοηθήσουν τον εκεί κατατρεγμένο και διωκόμενο ελληνικό πληθυσμό. Έζησε από κοντά τα τραγικά γεγονότα και τις σφαγές των Ελλήνων του Αϊδινίου από τις οργανωμένες  ομάδες των Τούρκων τσετών, την περίοδο του 1919.

Η Μονάδα του είχε αναπτυχθεί και ενεργούσε στον τομέα της συγκεκριμένης επαρχίας, όπου υπήρχαν και χωριά με πληθυσμό εξολοκλήρου ελληνικό. Συμμετείχε στις επιχειρήσεις για την σταθεροποίηση της ελληνικής κατοχής στην περιοχή ανατολικά του Αϊδινίου, αποκρούοντας τις επίμονες προσπάθειες των Τούρκων να καταλάβουν την πόλη.
Παρασημοφορήθηκε δύο φορές για την γενναιότητα και την αυταπάρνηση που επέδειξε κατά τη μάχη.

Δυστυχώς είναι αποδεδειγμένη με τον πιο αδιάψευστο τρόπο, η απάνθρωπη αντιμετώπιση των αμάχων και η βασανιστική εκτέλεση Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτών από τις τουρκικές δυνάμεις στην περιοχή αυτή. Ήταν η σκληρότερη σ’ ολόκληρο το μέτωπο. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα μεταξύ πολλών από Μονάδα που ανακατέλαβε περιοχή της επαρχίας, ανέφερε ότι βρήκαν Έλληνες στρατιώτες (οι οποίοι είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι διότι περικυκλώθηκαν) με βγαλμένα τα μάτια και πνιγμένους με τα ίδια τους τα έντερα, ενώ άλλους πεταλωμένους και χωμένους στο χώμα !

 

Η μάχη

Κατά τη διάρκεια αυτών των επιχειρήσεων, όπου οι μάχες ήταν σκληρές και οι απώλειες μεγάλες, παρουσιάστηκε η ανάγκη ελιγμού σύμπτυξης σε παραπόταμο του Μαιάνδρου κοντά στο χωριό Ομερλού, εκεί που δρούσε η Μονάδα του.

Η σύμπτυξη αυτή επιβλήθηκε λόγω του ρήγματος που πέτυχαν οι τούρκοι στην αμυντική τοποθεσία γειτονικής Μονάδας και ο κίνδυνος πλευροκόπησης και κύκλωσης ήταν μεγάλος.

Κρίθηκε αναγκαίο να δημιουργηθεί ειδικό Τμήμα Τηρήσεως Επαφής, το οποίο θα παρέμενε μόνο του στην όχθη του ποταμού, με αποστολή να  καθυστερήσει τις εκεί επιτιθέμενες τουρκικές δυνάμεις, ώστε ο κύριος όγκος της Μονάδας, να απαγκιστρωθεί και να συμπτυχθεί με ασφάλεια στην επόμενη προς τα πίσω αμυντική τοποθεσία. Ο αγώνας αυτός είναι από τους πλέον δύσκολους και απαιτεί ιδιαίτερη εκπαίδευση, ψυχραιμία και δυνατή ψυχή. Το τμήμα που μένει πίσω, κατανέμεται σε όλο το μήκος του μετώπου και προικοδοτείται με επιπλέον ομαδικά όπλα και πυρομαχικά, ώστε να δύναται να εξαπολύει ισχυρό όγκο πυρός, δημιουργώντας την εντύπωση στον εχθρό ότι αμύνεται όλη η προϋπάρχουσα δύναμη.
(Στο σύγχρονο πεδίο μάχης την αποστολή αυτή την αναλαμβάνει κυρίως ευέλικτο τμήμα τεθωρακισμένων με μηχανοκίνητο πεζικό.)

Μαρτυρίες διασωθέντων συμπολεμιστών του, οι οποίοι αφηγήθηκαν με την επιστροφή τους στην πατρίδα το συγκεκριμένο γεγονός, ανέφεραν ότι ανέλαβε εθελοντικά την επικίνδυνη αυτή αποστολή ως επικεφαλής, ζητώντας όμως από τον Διοικητή του να μην μείνει με το δικό του (το οργανικό) τμήμα αλλά με εθελοντές οπλίτες.

Η προσφορά του αυτή έγινε μετά από ένα θλιβερό περιστατικό δειλίας ομοιοβάθμου του, στον οποίο είχε αρχικά ανατεθεί η αποστολή.
Ο ίδιος ο Διοικητής του δεν ήθελε να του αναθέσει αυτό το έργο αυτοκτονίας με την δικαιολογία ότι τον ήθελε κοντά του.

Η αποχώρηση των υπολοίπων από την τοποθεσία άρχισε κρυφά τη νύχτα 18 προς 19 Ιουνίου 1920 και ολοκληρώθηκε τις πρώτες μεταμεσονύχτιες ώρες.

Με το πρώτο φως ξεκίνησαν οι λυσσαλέες προσπάθειες των Τούρκων να διαβούν το ποτάμι. Κατά τη διάρκεια της μάχης και καθ’ όλη την ημέρα, απέκρουε με το τμήμα του σθεναρά τις επιθέσεις. Οι απώλειες ήταν μεγάλες και από τις δύο πλευρές. Ο Γιωργής μαχόμενος και εκτελώντας στο ακέραιο το καθήκον του τραυματίστηκε σοβαρά κατά τις απογευματινές ώρες και μεταφέρθηκε  στο σημείο πρώτων βοηθειών του τμήματος. Μόλις έπεσε το σκοτάδι άρχισε η αποχώρηση των στρατιωτών μας σύμφωνα με τις οδηγίες. Ο ίδιος σε άσχημη κατάσταση και μεταφερόμενος σε φορείο ρωτούσε να ενημερωθεί για την τύχη των συντρόφων του. Ξεψύχησε πάνω στο φορείο, δίπλα στους συμπολεμιστές του, μόλις άκουσε ότι και ο στρατιώτης που είχε σαν άμεσο βοηθό είχε επιζήσει.

Η σωρός του μεταφέρθηκε στα μετόπισθεν από τους οπλίτες του (οι περισσότεροι των εκ οποίων ήταν και πιστοί φίλοι του), όπως και το υπόλοιπο τμήμα το οποίο εκμεταλλευόμενο το σκοτάδι αποχώρησε ενεργώντας σύμφωνα με το σχέδιο.

Τα παλικάρια του Γιωργή, όσοι επέζησαν αλλά και όσοι έμειναν πίσω,  με τον ηρωικό αυτό αγώνα εξασφάλισαν επαρκή χρόνο στην υπόλοιπη Μονάδα για να οργανωθεί στη επόμενη αμυντική τοποθεσία, προσθέτοντας και την επερχόμενη νύχτα, κατά την οποία οι Τούρκοι δεν είχαν τη δυνατότητα να ενεργήσουν βίαια διάβαση του ποταμού λόγω του σκότους.

Ένα συγκινητικό περιστατικό το οποίο αξίζει να αναφερθεί, είναι η αντίδραση του αλόγου του, στο χωριό του στους Βώρους στις 19 Ιουνίου το βράδυ. Το πράο και υπάκουο κατά τα άλλα άλογο, καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνης της νύχτας ήταν υπερβολικά ανήσυχο και οξύθυμο, τόσο που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο μεγαλύτερο αδελφό του τον Μιχαήλο, στον οποίο και είχε εμπιστευθεί ο Γιωργής να το φροντίζει.

Τα ατομικά του είδη, το ξίφος του με τη δερμάτινη ζώνη καθώς και ο χαρτοφύλακας (που εικονίζεται στη φωτογραφία του), παραδόθηκαν με μέριμνα του Γενικού Επιτελείου Στρατού στους οικείους του.

Μετά θάνατο του απονεμήθηκε και το μετάλλιο Εξαιρέτου Πράξεως για την αυτοθυσία του, το οποίο συνοδευόταν με προσωπική επιστολή του Βασιλιά Αλεξάνδρου προς την οικογένεια του.

Η μητέρα του Ελένη, η οποία καταγόταν από το Πετροκεφάλι Ηρακλείου, παρά τον ανείπωτο πόνο στη ψυχή της, αντιμετωπίζοντας την απώλεια του παιδιού της υπερήφανα και αγέρωχα λόγω χαραχτήρα, δεν δέχθηκε τη σύνταξη που προσέφερε το κράτος, απαντώντας στην επιτροπή που την επισκέφθηκε για το σκοπό αυτό με τα παρακάτω λόγια: “το αίμα του παιδιού μου χαλάλι για την πατρίδα”.

Πηγή: http://phestos.blogspot.gr/2014/05/1890-1920.html  όπου μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο.