Ο Λαβύρινθος της Μεσαράς και οι Μεγαλέξανδροι που  διδάσκουν

1660

Του Στέλιου Κωστή Σπυριδάκη

Βόρεια  από το χωριό μου (Καστέλλι Καινουργίου), στον  λόφο του

Λαβυρίνθου, είναι το ομώνυμο σπήλαιο του Λαβυρίνθου. Το σπήλαιο έχει

μήκος διαδρόμων τρία χιλιόμετρα. Έχει ύψος οροφής μέχρι σαράντα μέτρα.

Η είσοδος του διαμορφώθηκε έτσι ώστε να εισέρχεται φορτηγό αυτοκίνητο

και βαγονέτα πάνω σε σιδηροδρομική γραμμή. Οι γερμανοί το είχαν

χαρτογραφήσει πριν τον πόλεμο. Ένας γερμανός ονόματι Άντς τον οποίο

ενθυμούμαι, χρησιμοποιούσε επί πληρωμή ως οδηγό τον Ρούσσο (Νικόλαο

Τζαγκαρουλάκη), που ήξερε να γυρίζει όλο τον Λαβύρινθο χωρίς φως,

γιατί είχε γεννηθεί εκεί κατά την γενοκτονία των τούρκων  στην

επανάσταση του 1866, όπου είχαν καταφύγει εκεί όλα τα γυναικόπαιδα της

Μεσσαράς. Η γιαγιά της μητέρας μου η Χατζίνα, είχε σπίτι μέσα στον

Λαβύρινθο.

Η είσοδος του Λαβυρίνθου

Ο πρώτος γερμανός που ήρθε στο χωριό μου αμέσως μετά την κατάληψη της

Κρήτης ήταν ο Άντς, αλλά τώρα με στρατιωτική στολή. Μιλούσε άπταιστα

Ελληνικά. Ήξερε μέχρι Ελληνικά καθαρογλωσσίδια. Απευθύνθηκε στον

πατέρα μου που ήταν πρόεδρος του χωριού και ζήτησε να του πάει τον

Ρούσσο. Τώρα χρησιμοποιούσε πάλι τον Ρούσσο ως οδηγό, μα κατά διαταγή

του και άνευ πληρωμής.

Σχεδόν αμέσως ήρθαν διάφορες γερμανικές μονάδες εντός και πέριξ του

χωριού.  Έφεραν και μερικές χιλιάδες Έλληνες από όλα τα χωριά μαζί με

τους άνδρες του χωριού μου και τους έκλεισαν στα στρατόπεδα εργασίας

που δημιούργησαν με αγκαθωτό σύρμα. Με κασμάδες και φτυάρια άνοιξαν

αμαξιτό δρόμο μέχρι την είσοδο του Λαβυρίνθου. Εκεί κλείστηκα κι εγώ

για δυο μέρες σε ηλικία 7ή 8 ετών ως αντικαταστάτης του πατέρα μου που

ήταν στο βουνό. Πήγαινα νερό στους Έλληνες που δούλευαν αγγαρεία με

μια στάμνα. Για ποτήρι είχαμε ένα ντενεκέ από γαλατόκουτο.

Το πολεμικό αεροδρόμιο του Τυμπακίου απέχει από τον Λαβύρινθο 15

χιλιόμετρα και ο Λαβύρινθος ήταν η αποθήκη του πολεμικού υλικού το

οποίο έφερναν φάλαγγες από αυτοκίνητα τα αποθήκευαν στο πελώριο

σπήλαιο που ήταν ασφαλές από αεροπορικές επιδρομές και όσα χρειάζονταν

έφευγαν για το αεροδρόμιο, τα φόρτωναν στα αεροπλάνα, που τα έκαναν

ρίψεις στον Ρόμελ στην Αφρική. Τα αεροπλάνα έκαναν ρίψεις ακόμα

κανίστρες με νερό και έτοιμα φαγητά. Συνήθως πατάτες τηγανιτές.

Αναφέρομαι σύντομα και περιεκτικά στα γεγονότα αυτά για να

αντιληφθεί ο αναγνώστης τον στρατιωτικό κλοιό στον οποίο βρεθήκαμε.

Κυκλοφορούσαμε με ταυτότητες κι εμείς τα μικρά παιδιά και στις

εισόδους του χωριού είχαν κολπόστ τα οποία άνοιγαν αφού δείχναμε την

(παπία) ταυτότητα. Τα βράδια είχαμε συσκότιση και σιωπητήριο. Κι αυτά

ήταν το λιγότερο. Μας έβγαλαν από τα σπίτια μας κι έμεναν οι γερμανοί

στρατιώτες. Εμείς αδειάσαμε τους στάβλους και τους αχερώνες, τους

ασβεστώσαμε και μέναμε μαζί με τα ζώα.

Μας πήραν το σχολειό μας και το έκαναν στρατώνα. Το περικύκλωσαν με

αγκαθωτό σύρμα και δεν μπορούσαμε να μπούμε ούτε στον περίβολο. Μα

ήταν γερμανοί. Ναι, ήταν γερμανοί. Ο δάσκαλός μας (Εμμανουήλ

Κτιστάκης) μας πήγε στην εκκλησία του Αη Γιώργη, μα δεν μας χωρούσε

και κάναμε μάθημα κάτω από την συκιά του Χατζαντώνη, που ήταν μερικά

μέτρα από το ιερό της εκκλησίας. Φέραμε μαλακές πέτρινες πλάκες του

Λαβυρίνθου και χαράζαμε τα γράμματα της αλφαβήτας πάνω τους με μια

σκληρή πέτρα. Μα ήταν γερμανική κατοχή. Γραφή, ανάγνωση, ιστορία,

εθνική συνείδηση και πίστη για την τελική νίκη ήταν η παιδεία μας.

Ήμασταν οι νέοι Μεγαλέξανδροι, οι γνήσιοι απόγονοι του μεγάλου

στρατηλάτη και εκπολιτιστή. Έτσι μας έλεγε ο δάσκαλός μας κι οι

Μεγαλέξανδροι δεν το βάζουν κάτω ποτέ.

Η Κρήτη λευτερώθηκε το καλοκαίρι του 1945, ενώ η κυρίως Ελλάδα το

  1. Οι γερμανοί έφυγαν ακαριαία από το χωριό, ανατίναξαν τα

πολεμοφόδια που ήταν αποθηκευμένα στο σπήλαιο. Το βουνό του Λαβυρίνθου

με την έκρηξη έκατσε στην είσοδο του σπηλαίου και δεν ανατινάχθηκαν

όλα τα πυρομαχικά, που ήταν αρκετές χιλιάδες τόνοι. Η έκρηξη καίτοι

δεν ολοκληρώθηκε ήταν τόση δυνατή που σείστηκε ολάκερη η Κρήτη, καθώς

μάθαμε αργότερα.

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ! Μόνο όταν φύγει η σκλαβιά μπορείς να νιώσεις την έννοια,

την ουσία της. Εμείς τα παιδιά τρέχαμε πάνω κάτω και ζητωκραυγάζαμε

για την πατρίδα μας. Βρέθηκαν οι σημαίες, που ήταν καταχωνιασμένες και

τις βγάλαμε στον αέρα, τι ωραίες που ήταν!  Μαρτυρούσαν   πως η

Ελλάδα μας ήταν ελεύθερη. Οι καταστροφές των γερμανών ήταν τέτοιες,

που  και μετά την αποχώρησή τους υπήρχαν οι συνέπειές τους. Απλά εμείς

συνεχίζαμε να πεινάμε ΕΛΕΥΘΕΡΑ.

Το σχολειό μας ρημαγμένο, χωρίς θρανία, χωρίς μαυροπίνακα, χωρίς

έδρα και καρέκλα του δασκάλου μας, μόνο οι τοίχοι και βρώμικοι.  Όμως

ο δάσκαλός μας,  μας μάζεψε στο σχολειό και απευθύνθηκε στους

Μεγαλέξανδρους του, με απλά δημιουργικά λόγια. Όλοι ήμασταν σύμφωνοι.

Ζητωκραυγάσαμε την ελευθερία μας και την επομένη αξημέρωτα εμείς το

ξυπόλητο τάγμα των Μεγαλέξανδρων, με τα χιλιομπαλωμένα ρούχα,  βγήκαμε

στα θερισμένα χωράφια. Κάθε ένας μας είχε ένα καλάθι και μάζευε τις

σταροκεφαλές (στάχυα), που τις πηγαίναμε  στο σχολειό, τις κάναμε

σωρό. Όταν δεν υπήρχαν άλλα στάχυα στα χωράφια για να μαζέψομε,

κοπανίσαμε τις σταροκεφαλές και τις κάναμε σιτάρι. Πουλήσαμε το σιτάρι

κι αγοράσαμε ξυλεία και φτιάξαμε πάγκους για να καθόμαστε  εμείς,(δεν

έφταναν για θρανία τα έσοδά μας), έδρα και καρέκλα για τον δάσκαλο

μας, ένα μαυροπίνακα και μια γαλανόλευκη σημαία πάνω στο κοντάρι της.

Κάναμε έπαρση και υποστολή και σε στάση προσοχής ψάλαμε τον ύμνον στην

ελευθερία.

Σήμερα, εμείς τα παιδιά της κατοχικής Ελλάδας, όσοι ζούμε ακόμα,

(προς λύπην Τσίπρα-Τσακαλώτου, γιατί παίρνομε την κουτσουρεμένη

σύνταξη), διανύομε την όγδοη δεκαετία μας με χίλιες δυο δυσκολίες. Μας

έχουν περικόψει τις συντάξεις, μας φορολογούν για ανύπαρκτα

εισοδήματα, πληρώνουμε φόρο επιτηδεύματος (χωρίς επιτήδευμα), φόρο

πολυτελείας  (ενώ πεινάμε πάλι) και αγκομαχώντας τραβάμε την δύσκολη

ανηφόρα της ηλικίας. Με όργανο τον πολιτιστικό μας σύλλογο «Ο

Λαβύρινθος» επισκευάζουμε το σχολειό μας και το διατηρούμε ως κόρην

οφθαλμού, για να μην ρημάξει, γιατί λόγω πολιτικής κατάστασης οι

Έλληνες στείρεψαν, δεν κάνουν παιδιά, για να του δώσουν ζωή. Τα παιδιά

είναι πάρα πολύ ακριβή υπόθεση για τους Έλληνες. Στην ουσία τα παιδιά

στην Ελλάδα τα αγοράζουν και οι Έλληνες δεν έχουν χρήματα.

Σήμερα 17 του Νοέμβρη 2018, επέτειο της εξέγερσης, που άλλαξε την

πολιτική, καταργώντας την χούντα, ένας Αφγανός, ένας Ρουμάνος, ένας

Αλβανός και ένας Παλαιστίνιος, που ήρθαν ικέτες στην Ελλάδα, σε

ανταπόδοση της οφειλόμενης ευγνωμοσύνης κατέστρεψαν μέρος του

Πολυτεχνείου και προσβάλλουν την Σημαία μας. Μα είναι αλλοεθνείς. Μα

είναι ξένοι. Μα δεν είχαν Ελληνική παιδεία. Μα είναι κακοποιοί.

Σήμερα 14 «Έλληνες» και μια «Ελληνίδα» μαζί με τους

αλλοεθνείς κακοποιούς, κατέστρεψαν τα Πολυτεχνεία. Επιχείρησαν να

κάψουν την Σημαία μας. Σήμερα ο πρωθυπουργός, ο αρμόδιος υπουργός, οι

εισαγγελείς, ο αρχηγός της Αστυνομίας, πήραν άλλο ένα  μεροκάματο

χωρίς να το δουλέψουν. Να μην τους δοθεί μεροκάματο. Αν το πάρουν θα

είναι κλέφτες. Να κοστολογηθούν οι ζημιές και να υποχρεωθούν να τις

πληρώσουν. Είναι οι μόνοι υπεύθυνοι κι όπως λέγεται ευρύτατα, «τα

μούλικά τους είναι οι μπαχαλάκηδες», (τους άφησαν όλους ελεύθερους)

που τους εκπαιδεύουν, για το πώς θα καταστρέφουν καλλίτερα την Ελλάδα.

…και επειδή η στεριά είναι δύσκολη θάλασσα ( τρέμει μα δεν κουνιέται

καθόλου η παντέρμη)  και επειδή «φωνή βοώντος» η φωνή  (κραυγή) μου, ο

πόνος της ψυχής μου να πέσει επάνω τους.-

Πηγή: palmografos.com