Γεωτρήσεις μετά το 2022 για τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης

349

Τα βαθιά νερά της Κρήτης προκειμένου να λύσουν το μυστήριο της ύπαρξης των κοιτασμάτων φυσικού αερίου ετοιμάζονται να εξερευνήσουν οι πετρελαϊκοί κολοσσοί Total (γαλλική) και ExxonMobil (ΗΠΑ) σε συνεργασία με τα Ελληνικά Πετρέλαια.

Την ερχόμενη Πέμπτη 27 Ιουνίου, εκτός απρόοπτου, θα υπογραφεί η σύμβαση παραχώρησης δικαιωμάτων έρευνας κι εκμετάλλευσης ανάμεσα στο ελληνικό Δημόσιο (υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας) και την κοινοπραξία των προαναφερόμενων εταιρειών για το θαλάσσιο μπλοκ «Δυτικά της Κρήτης». Οι τρεις παραχωρησιούχοι αναμένουν την έγκριση από το Ελεγκτικό Συνέδριο και της δεύτερης σύμβασης για το ακριβώς διπλανό «οικόπεδο» «Νοτιοδυτικά της Κρήτης», η οποία δεν αποκλείεται να είναι έτοιμη εντός των προσεχών ημερών.

Τη σχετική αναγγελία για την υπογραφή των συμβάσεων έσπευσε να κάνει την περασμένη Παρασκευή 21 Ιουνίου ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας μετά το τέλος της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ. Κίνηση που σχετίζεται με τις τουρκικές προκλήσεις για τις έρευνες υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ και αφετέρου, όπως σχολιάζουν άλλοι παράγοντες, εντάσσεται και στον προεκλογικό σχεδιασμό του κυβερνώντος κόμματος.

Οπως και να ‘χει, όμως, με την υπογραφή των συμβάσεων, η Ελλάδα, με δεδομένη και τη συμμετοχή των προαναφερόμενων πετρελαϊκών κολοσσών, κάνει άλλη μία κίνηση στη σκακιέρα των μεγάλων ανακαλύψεων κοιτασμάτων φυσικού αερίου της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Σημειώνεται ότι οι Total και ExxonMobil έχουν ξεκινήσει ήδη τις γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ.

Ο διαγωνισμός

Τον Αύγουστο του 2017 το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας προκήρυξε τον διεθνή διαγωνισμό για την υποβολή προτάσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος στις παραχωρήσεις «Δυτικά της Κρήτης» και «Νοτιοδυτικά της Κρήτης». Είχε προηγηθεί προς το τέλος της άνοιξης εκείνης της χρονιάς το αίτημα της κοινοπραξίας Total – ExxonMobil – ΕΛΠΕ για τα συγκεκριμένα μπλοκ.

Τον Μάρτιο του 2018 η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ) ολοκλήρωσε την αξιολόγηση των προτάσεων που υπέβαλε στον διαγωνισμό η κοινοπραξία των τριών εταιρειών και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας την ανακήρυξε ανάδοχο των δύο περιοχών.

Οι συμβάσεις, αφού προηγήθηκε για ένα τεράστιο χρονικό διάστημα διαβούλευσης της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των δύο παραχωρήσεων,  εστάλησαν στο Ελεγκτικό Συνέδριο, το οποίο όπως προαναφέρθηκε ενέκρινε τη σύμβαση για το μπλοκ «Δυτικά της Κρήτης». Μετά την υπογραφή, ανάμεσα στο υπουργείο και την κοινοπραξία, η σύμβαση θα πρέπει να κυρωθεί και από τη Βουλή. Οι συγκεκριμένες παραχωρήσεις κρύβουν τεράστιο ενδιαφέρον. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση που κάνει η ΕΔΕΥ στην ετήσια οικονομική της έκθεση: «Μετά τις πρόσφατες ανακαλύψεις στην Ανατολική Μεσόγειο («Zohr», «Καλυψώ», «Αφροδίτη», «Λεβιάθαν») και στη δυτική Μαύρη Θάλασσα («Νέπτουν»), η βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου δείχνει αυξανόμενο ενδιαφέρον για να εξερευνήσει τις περιοχές νότια και δυτικά της Κρήτης και του Ιονίου Πελάγους, λόγω γεωλογικών ομοιοτήτων με τις προαναφερόμενες».

Μία από τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δύο πολυεθνικές στο ελληνικό upstream είναι τα μεγάλα βάθη νότια της Κρήτης: «Η διεθνής βιομηχανία θεωρεί ότι μπορεί να βρει εμπορεύσιμους όγκους αερίου σε βάθη που υπερβαίνουν τα 3.000 μέτρα και να τους παραγάγει επικερδώς. Οι πιθανότητες να βρεθεί επίσης αργό είναι μεγάλες, ενώ στο παρελθόν αναμέναμε μόνο αέριο και όχι αργό σε τέτοια βάθη», σημειώνει στην ίδια έκθεση η ΕΔΕΥ για να γίνει πιο σαφής: «Μια ανακάλυψη 500 εκατομμυρίων βαρελιών (ισοδύναμων) θα δικαιολογούσε εμπορικές εξελίξεις.

Στα βαθιά νερά της Ελλάδας, όπως είναι για παράδειγμα η περιοχή δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης, οι πιθανοί στόχοι βρίσκονται σε πετρώματα θαμμένα βαθιά κάτω από τον βυθό της θάλασσας, ενώ τα θαλάσσια βάθη ξεπερνούν κατά πολύ τα 1.500 μέτρα. Ο μέσος όρος βάθους νερού σε αυτές τις περιοχές ξεπερνάει τα 2.500 μέτρα και σε πολλές περιπτώσεις είναι γύρω στα 3.500 μέτρα».

Σχετικά με τον χρόνο διεξαγωγής των ερευνητικών εργασιών, οι τεχνοκράτες της ΕΔΕΥ σημειώνουν ότι η πρώτη φάση διαρκεί τρία χρόνια «πράγμα που θα μας φέρει κοντά σε αποφάσεις για προγραμματισμό γεωτρήσεων μετά το 2022. Είναι εμφανές ότι οι πετρελαϊκές κοινοπραξίες που ενδιαφέρονται για τα πιθανά ελληνικά κοιτάσματα πρωτοστατούν σε αυτές τις τεχνολογικές εξελίξεις» καταλήγουν.

Πηγή: tanea.gr