Ο Μαρίνος, ο παλιός μυλωνάς του Λαλουμά και οι ιστορίες του…

1186

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούρης Ζαχαριουδάκης

Στο χωριό Ζαρός, εξωλάλιενε η τύχη ντου το Μαρίνο, για να κάμει τη δεύτερη ντου Πατρίδα, μιας και από κοπέλι του τό ‘χενε γραφτό η μοίρα, αφού και αυτός από τσι χαμένες Πατρίδες ήτονε, και εννοώ τη Μικρά Ασία!!
Μπορεί να μην εκάτεχε και τα περίσσα γράμματα, μα ούλες τσι γνωστές δουλειές πού ‘τονε το χεργιών ντου, τσι ‘βανε στη μέση, σαν σπουδαίος πολυτεχνάς απού ήτονε.
Χαερλής και χουβαρντάς όπως παντοτινός του εφαινότανε, εκέρδισε την εμπιστοσύνη του ντόπιου κόσμου από το πρώτο κιόλας καιρό, που προτοπάτησε στο Ζαρό.
Ενώ από πολύ νωρίς, εβρήκενε κοντά στο χωριό Λαλουμά και συγκεκριμένα σε μική απόσταση τση βορινής μεργιάς τση καμάρας, ένα παρετημένο μύλο, που ανήκε στην ιδιοχτησία τω Καλέμιδω.
Με προσωπική δουλειά απού ήκανε, τον επαναλειτούργησε, αφού βέβαια ήδινε και ένα μικιό ενοίκιο στσ’ ιδιοχτήτες, απού τον είχανε.
Ακόμα όπως ήτονε και τσι περασάς άνθρωπος, με ούλα τα ξινολάϊνα θα μπορούσες να τονέ πετύχεις, ανά πάσα ώρα και στιγμή.
Αυτές οι πολλές γνωριμίες και συμπάθειες απού είχενε, ήτονε και η αιτία να μη ξεμένει ποτές του από δουλειά.
Τα κέρδη του όμως από τη καινούργια δουλειά πού ήκανε, κάπου ήτονε πλια πολλά από το κανονικό, αφού είχενε και αυτός τη κακή συνήθεια εκεινωνά τω καιρώ, να κάνει που και που κια μια ν-αρπαχτή!!
Όπως λένε αυτοί που τονέ ζήσανε, τσι περισσότερες φορές πού κάπχοιος ήλεθε στο μύλο ντου, χωρίς να τονέ σκιαχτεί κιανείς , εκράτιζε μια ουλιά αλεύρι παραπάνω από τη κανονική κάρτα, ετσά για το γούρι όπως ήλεγε!!
Με το καιρό όμως του βγήκενε τό όνομα, χωρίς νά ‘ναι βέβαια και ψώματα!!
Μια ν-ημέρα εκειά στσ’ αρχές τση δεκαετίας του 1930, εφόρτωσε ο Ζαχάρακας από τα Βορίζα ένα γομάρι κριθάρι του μεγάλου ντου κοπελιού, του Μανωλιού εννοώ, να πάει να τ’ αλέσει στου Μαρίνο το Μύλο, για να ζυμώσουνε.
Εδιπλοπαράγγελνε όμως ο Ζαχάρακας του Μανωλιού!!
– Γιάι…του λέει, κακομοίτση μου, να πάρεις ετούτονε το άλεσμα και να πας στου Μαρίνο το μύλο να τ’ αλέσεις, μα νά χεις τα μάθια σου τετρακόσα!!
Γιατί ανέ σου το φάει, θα σε κρεμάσω ανάποδα εκέ στο πρίνο, μονό να το κατέχεις!!
Ήγηρε κάτω το Μανωλιό με φορτωμένο τ’ άλεσμα στο γάιδαρο, και από τη μια μεργιά εσφυρολόγα και από την άλλη έχοντας κατά νου τη παραγγελιά του γέρου ντου, και σαν Βορζανάκι απού ήτονε, που καθόλου δεν εδιέφερε από διαολάκι, ήβγαλε το σκέδιο κι’ όλας.
Ήβγαλε είντα κατσουκανιά θα λα σκαρώσει του Μαρίνο, όση ώρα θα τού ‘λεθε τ’ άλεσμα!!
– Όι και πως θα με γελάσει εμένα ο Μαρίνος, ήλεγε και ξανάλεγε δρόμο δρόμο!!
Δεν είναι δα και πλια ξύπνια η αφενδιά ντου, που ανέ μου κάμει ετσά λαδιά, θα τονέ βάλω σε ένα τσουβάλι μέσα, και θα τονέ πετάξω στη μέση του σωμαργιού του γαϊδάρου και θα τονέ λαλώ του κυρού μου στα Βορίζα!!
Ενώ σα θα φτάξω θα του πω, να ξεφορτώσει τ’ άλεσμα και θα ειδείς είντα θα ξεφορτώσει ακόμα!! Σίγουρα και το Μαρίνο!!
Να καλοπεράσει θέλει εκείνος, ανέ σκεφτεί να μου κάμει κια μια κατσουκανιά!!
Λέω πως θα του κλέψω και το κάτι ακόμα και ας κάνει το ρεμέδιο ντου!!
Με τούτα να και με κείνα να, δεν άργησε κι’ όλας να φτάξει το Μανωλιό στο μύλο.
Απ’ αλάργο όμως το σκιάχτηκε ο Μαρίνος και εντάκαρε και του φώνιαζε αδυνατά.
– Μαυροδάφνη μρε Μανωλιό!! Μαυροδάφνη κρατείς!!
Λέγοντας μαυροδάφνη, εννοούσε το κόκκινο κρασί.
– Ναι μπάρμπα Μαρίνο!! Κρατώ!! Ένα πεντακοσάρι μπουκάλι, γεμάτο παλιό κρασί!! Μου τό ‘χει ο κύρης μου κρεμασμένο στα σκαρβέλια του γαϊδάρου!!
Έχει μου και μια πετσεθιά, ίσα με να βάνει, σαρικόπιτες, στη βούργια!! Τσ’ ήφθιαξε η μάνα μου οψαργάς, στα Βορίζα!!
– Ου… νά ΄χεις την ευκή μου μρε Μανωλιό και γουργουρίζει η κοιλιά μου, απού αμαγέρευτα επόμεινα!!
Ανεβάστα να ξεφορτώσω το άλεσμα και να φέρεις το ντελόγο τη μαυροδάφνη, να τηνέ πιούμενε ούλη και μετά θ’ αλέσουμε!!
Όπως και εγίνηκε.
Εξεφορτώσανε τ’ άλεσμα, εδέσανε το γάιδαρο με το χαλινάρι σε μια πέτρινη θελιά, ενώ το ντελόγο ανοίξανε τη βούργια που είχενε τσι σαρικόπιτες και το μπουκάλι το κρασί και αρχινήξανε να τρώνε και να πίνουνε λυσσαλέα, λες και ήτονε οι κάπροι του Ερύμανθου!!
Σα και φάγανε τσι σαρικόπιτες και ήπιανε ούλο τα κρασί, λέει ο Μαρίνος του Μανωλιού:
– Μανωλιό….. καλά εφάγαμε και καλά ήπιαμε, απού εγώ τουλάχιστο είχα καιρό να ξεκοιλιδώσω ετσά λογιώ!!
Να βάλουμε όμως εδά και τ’ άλεσμα στο μύλο, για να τ’ αλέσει!!
– Εμένα μπάρμπα Μαρίνο με ζάλισε το κρασί, και μου φαίνεται πως θ’ ακουμπήσω εκέ παραπέζουλα μια ουλιά, είπε στα ψώματα το Μανωλιό του Μαρίνο, ακολουθώντας το σκέδιο που είχενε βγάλει πριν να φτάξει στο μύλο.
Καλά μρε Μανωλιό!! Κοιμήσου μια ουλιά για να σου περάσει η ζάλη!! Ανέ θες σκεπάσου και τη ρούνα εκεινέ, να μη σε πιάσει πόντα!! Μα εγώ θα σού ‘λεγα, να τηνέ σκεπαστείς από κορφής, να μη σε φάνε και τα κουνούπχια!! Όση ώρα εσύ θα κοιμάσε, εγώ θ’ αλέθω τ’ άλεσμα και όντε τελειώσω, θα σου φωνιάξω να το φορτώσουμε!!
Ξαπλώνει το Μανωλιό στη πεζούλα και ήκανε πως εκοιμούντονε, ενώ ερουχάλιζε συνάμα.
Ο Μαρίνος μόλις είδενε πως το Μανωλιό κοιμάται, μακριχέρης ετσά που ήτονε, βγάζει στα ντάκα ντάκα τρία αξάγια αλεύρι από τα τσουβάλια του Μανωλιού και τα πετά μέσα στο πιθάρι ντου.
Το Μανωλιό τον είδενε, μα δεν ήβγαλε τσιμουδιά.
Μια ουλιά ώρα πλια ύστερα, κάνει το Μανωλιό τάχατες πως ξυπνά, τρίβγει τα μάθια ντου, χασμουργέται δυο τρεις φορές, ποταβρίζεται και λέει αμέριμνα του Μαρίνου:
– Ωοό… μπάρμπα Μαρίνο και εξεκουράστηκα!! Εκοιμήθηκα μπόλικες ώρες!! Επέρασε μου η ζαλάδα απού είχα!! Δε κατέχω, γή το κρασί μού ‘χενε χτυπήσει στη κεφαλή, γή φταρμισμένο μέ ‘χανε, γή από τη κούραση που είχα ήτονε, απού πρινοκούτσουρα ήκοβγα ολημερνίς οψές!!
Ενώ μια ουλιά ώρα αργότερα του ξαναλέει:
– Μπάρμπα Μαρίνο… άμε δα και συ να ξαπλώσεις, να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς εκειέ στη πεζούλα, μα εγώ θα κάτσω στο πόστο σου!!
Οντέ θα ν-είναι καλά θα σου φωνιάξω!! Μα σίγουρα ξενύχτης θά ‘σαι, αφού κατέχω πως ούλη τη νύχτα ήλεθες το άλεσμα του Χρηστοφή, απού θέλει να ζυμώσει, για να παντρευτεί!!
– Ναι….. νά ‘χεις την ευκή μου Μανωλιό, που μου λείπει εκείνος σας ο ύπνος!!
»Ποθαμένος» είμαι τσι κούρασης!! Ούλη τη νύχτα ήλεθα το άλεσμα του Χρηστοφή!!
Πάει ο Μαρίνος και ξαπλώνει στη πεζούλα, αλλά δεν άργησε κι’ όλας να τονέ πάρει ο ύπνος και να ρουχαλίζει στ’ αληθινά!!
Το διαολάκι στη συνέχεια, συγνώμη, ήθελα να πω, το Βορζανάκι στη συνέχεια, το Μανωλιό δηλαδή, πιάνει το ντελόγο το αξάι και πάει στο πιθάρι του Μαρίνου και βγάζει έξε αξάγια αλεύρι και το βάζει στα τσουβάλια ντου!!
Τρία, δηλαδή, απού τού ‘χενε κλεμμένα ο Μαρίνος και τρία….ετσά για νά ‘χει να το λέει στα συνομήλικα ντου κοπέλια στα Βορίζα και να γελούνε!!
Σα και πό ‘λεσε το άλεσμα ο μύλος, φωνιάζει το Μανωλιό του Μαρίνου, λέγοντας του:
– Μπάρμπα Μαρίνο!! Σκώσου απάνω γιατί επόκαμε τ’ άλεσμα!!
Για μιας παίζει ο Μαρίνος ένα καμπανό και νά τονε, που σταμάτησε κι’ όλας το μύλο!!
Στη συνέχεια δεν άργησε να φορτώσει του Μανωλιού τ’ άλεσμα στο γάιδαρο, για να γιαγύρει στα Βορίζα.
Σα και του το φόρτωσε όμως, δεν επαρέλειψε να του διπλοπαραγγείλει.
– Λάλιε δα Μανωλιό και να μη ξεχάσεις την άλλη βολά, να κρατείς πάλι ένα μπουκάλι μαυροδάφνη, να τη πχιούμενε παρέα, σα και σήμερο!!
– Να κρατώ θέλει εγώ και την άλλη βολά μαυροδάφνη, μπάρμπα Μαρίνο και νά ‘σαι σίγουρος πως δε θα το ξεχάσω!!
Ήθελα όμως μπάρμπα Μαρίνο να μου εξηγήσεις ανέ μπορείς,ένα όνειρο απού ήβλεπα όση ώρα εκοιμούμουνα!!
– Είντα μρε Μανωλιό όνειρο ήβλεπες;;
– Να του λέει, ενειρευγόμουνα, πως όση ώρα εγώ εκοιμούμουνα, εσύ επήγες από το σακί μου και ήβγαλες τρία αξάγια αλεύρι και τό ‘βαλες στο πιθάρι σου!!
Άιντε λέει που μετά εγώ σηκώθηκα και εσύ εκοιμήθηκες και όση ώρα εσύ κοιμώσουνα, εγώ ήβγαλα έξε αξάγια αλεύρι από το πιθάρι σου και τό ‘βαλα στο σακί μου!!
Μπορείς να μου το εξηγήσεις μπάρμπα Μαρίνο, αυτό το όνειρο;;
– Ονείρατα φαντάσματα, του λέει ο Μαρίνος, με χαμηλωμένα τα μάθια, προσπαθώντας να κρύψει τη στεναχώρια ντου!!
Αλλά ωστόσο του ομολόγησε πως:
Δε φταις βρε Μανωλιό εσύ, μονό εγώ ο κακομοίτσης απού ‘καμα τη λαδιά!!
Καλά τα είδα εγώ παραφουσκωμένα τα σακιά σου, μρε Μανωλιό, μα δεν ήβγαλα σφήνα, για να μην ξεμασκαρωθώ!!
Είδα τα ‘γώ, μα δεν εσήκωνε και διαφορά!!
– »Μη κάμεις να μη σου κάμουνε, μη πεις να μη σου πούνε, τη ξένη πόρτα οντέ χτυπάς, τη εδική σου σπούνε»!!
Υ.Σ. Ζαχάρακας: Ο Παππούς μου, Ζαχαρίας Γ. Ζαχαριουδάκης.
Μανωλιό: Ο Πατέρας μου, Εμμανουήλ Ζ. Ζαχαριουδάκης.