Το πανηγύρι της Παναγίας της Πυργιώτισσας

 

Ο Αλκιβιάδης Σταυριανάκης στο βιβλίο του «Το Τυμπάκι» αναφέρεται στα πανηγύρια  του Τυμπακίου, χαρακτηρίζοντας αυτά της Πυργιώτισσας και της Αγίας Τριάδος ως τα μεγαλύτερα.

Γράφει χαρακτηριστικά: «Τα πανηγύρια αποτελούσαν, πριν από αρκετά χρόνια και εν μένει και σήμερα - μια όαση χαράς, ξεγνοιασιάς και ξεκούρασης, στην πολυβασανισμένη ζωή των χωρικών μας. Τότε, που με τα πρωτόγονα μέσα προσπαθούσαν σι άνθρωποι να βγάλουν τον επιούσιο και η κάθε μένα γι’ αυτούς ήταν τόσο κουραστική, που τους εξουθένωνε. Άνθρωποι με έντονο το θρησκευτικό συναίσθημα, που γινόταν ακόμα βαθύτερο με τις θεομηνίες και τις αντιξοότητες που αντιμετώπιζαν καθημερινά στις δουλειές τους, παρακαλούσαν τους αγίους να του δίνουν δύναμη για να ανταπεξέρχονται στα πολλά και ποικίλα εμπόδια, που συναντούσαν σε κάθε βήμα τους. Μακριά από τη στοργή και τη μέριμνα του κράτους, χωρίς υγειονομική περίθαλψη, χωρίς επιδοτήσεις για τις ζημιές που πάθαιναν τα προϊόντα τους, χωρίς γεωργική σύνταξη προσπαθούσαν μόνοι τους, να νικήσουν και να εξασφαλίσουν όλα τ’ απαραίτητα που χρειάζονταν για να ζήσουν. Όπως ήταν λοιπόν μόνοι και έρημοι, αβοήθητοι και εγκαταλειμμένοι, έβρισκαν παρηγοριά και ανακούφιση μόνο κοντά στο Θεό, πάντα προσευχόταν.

Και είναι αλήθεια πως ο καλός Θεός τους άκουγε σχεδόν πάντα, γι’ αυτό ήταν θρησκευόμενοι και αγνοί άνθρωποι. Και τότε αυτοί ευγνώμονες έκτιζαν διάφορα εξωκλήσια και έκαναν διάφορα τάματα, στους αγίους του χωριού τους, ή άλλου κοντινού χωριού και την ημέρα της γιορτής τους τα πήγαιναν πάντα πρόθυμοι, πιστοί πάντα στο καθήκον τους. Φορούσαν τότε τα καλά τους ρούχα. Οι άνδρες το τσόχινο μεϊτανογέλεκο, όποιος είχε, και οι γυναίκες τις παραδοσιακές ωραίες ενδυμασίες, που ήταν μακριά πλουμιστά φορέματα, με μια σειρά από χρυσά φλουριά, σαν περιδέραιο γύρω από το λαιμό τους. Οι πολύ νέοι και νέες ντυνόταν πιο εξευρωπαϊσμένα. Οι μεγαλύτεροι στην ηλικία καβάλα επάνω στα μουλάρια και τα γαϊδουράκια τους, με τα καινούργια σαμάρια τους, σκεπασμένα με τις πολύ όμορφες υφαντές πατανίες, που είχαν πολλά σχέδια και ποικίλα χρώματα, προχωρούσαν χαρούμενοι για τον άγιο του χωριού, που ήθελαν να τιμήσουν, να προσευχηθούν και να προσφέρουν τα δώρα τους. Αυτά ήταν συνήθως άρτοι, λάδι και ορισμένες φορές διάφορα ζώα (πρόβατα, αίγες, πουλερικά κ.α..) Τα ζώα αυτά τα εκποιούσαν μετά, προς όφελος της εκκλησίας.