Κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»

 

Aλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε, 

ήχος, γλυκύτατος ήχος, οπού με προβοδούσε. 

 

 

Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν, 

και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν, 

 

Και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει, 

του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει. 

 

Δεν είν’ αηδόνι Κρητικό που σέρνει τη λαλιά του

σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του, 

 

κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα

η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα, 

 

ώστε που πρόβαλε η Aυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια, 

Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια. 

 

Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος

Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος

Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει

Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι· 

 

Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα

Κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»…

 Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός»