17 Ιουνίου 1821: Η μάχη του Σκουλενίου και η ωδή προς «ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ» του Ανδρέα Κάλβου

 

Τα εις Μολδαυῒαν ευρισκόμενα σώματα, υπό τους Αθανάσιον Καρπενησιώτην, Ιωάννην Κοντογόνην, Γεώργιον Σοφιανόν, Σφαέλλον, Απόστολον Σταύρακαν με 1000 περίπου Κρητικούς, Δαγγλιόστρον και Μίγκλερην, άτινα είχον οχυρωθή εις το Σκουλένι,  εδέχθησαν την επίθεσιν τού Κεχαγιάμπεη, όστις επήλθε με 2.000 πεζούς, 4.000 ιππείς καί 6 κανόνια.

 

            Εις το Σκουλένι ευρίσκετο επίσης και ο πλοίαρχος Λουκάς Βαλσαμάκης, όστις είχε αφήσει το πλοίον του εις την Οδησσόν και είχε τρέξει με ολόκληρον το πλήρωμά του και άλλους, τους οποίους συνήντησε καθ’ οδόν (400 περίπου).

Οι Ρώσοι, που έμειναν αμέτοχοι, όσο ο αγώνας δεν διεξαγόταν σε δικό τους έδαφος, παρακολουθούσαν από την απέναντι όχθη με ακράτητο ενθουσιασμό, θαυμάζοντας τον ηρωισμό και την αρχική επιτυχία των Ελλήνων. Δυστυχώς όμως, μετά την επέμβαση τού τουρκικού ιππικού η κατάσταση έγινε δυσχερέστατη για τους αμυνόμενους Έλληνες. Παρ’ όλο που τους θέριζαν οι σφαίρες και οι σπάθες των τούρκων, δεν σταμάτησαν ούτε στιγμή να επιτίθενται, αλλ’ έπεφταν γενναία ο ένας μετά τον άλλον.

Πρώτοι έπεσαν οι επικεφαλής: Κόντος, Ίντες, Σταύρακας, Δάγκλιστρος,  Σφαέλλος,  Βαλσαμάκης,  Κοντογόνης,  Σοφιανός. Μαζί τους έπεφταν μαχόμενοι γενναία και οι άνδρες τους. Μόνο ο Καραγιώργης διασώθηκε αν και πληγωμένος, περνώντας στην απέναντι όχθη. Ανάμεσα στους λίγους άνδρες που μάχονταν ακόμη έμεινε όρθιος και καταπληγωμένος να πολεμάει ο αρχηγός του Σώματος των Ελλήνων Αθανάσιος Καρπενησιώτης. Όταν ο γενναίος καπετάνιος έρριξε και τις τελευταίες βολές ενάντιων των τούρκων, πέταξε τα δυο πιστόλια του στον ποταμό. Ύστερα κραδαίνοντας το σπαθί του όρμησε εναντίον τους, και αφού έσφαξε άλλους δυο, έπεσε νεκρός. Έτσι όλοι οι υπερασπιστές του Σκουλενίου έπεσαν νεκροί και μόνο λίγοι τραυματισμένοι σώθηκαν που μεταφέρθηκαν στην απέναντι όχθη.

Ο Κεχαγιάμπεης προεκήρυξε ακολούθως αμοιβήν διά κάθε κεφάλι επαναστάτου που θα τού επήγαιναν. Επηκολούθησε αγρία σφαγή των Ελλήνων, η οποία εσταμάτησε μόνον όταν ο τούρκος αρχηγός, κορεσθείς από αίμα, ηρνήθη να δίδη αμοιβάς. Εις τον αθάνατον Ιερόν Λόχον ο Ανδρέας Κάλβος αφιέρωσε την περίφημον Ωδήν του· “Εις τον Ιερόν Λόχον“.

 Όπως γράφει ο Κόκκινος στην “Ιστορία τής Ελληνικής Επαναστάσεως”

«αφού οχύρωσαν το Σκουλένι, με τους ολίγους που τους απόμειναν, έπειτακοινώνησαν τών Αχράντων μυστηρίων και έφαγαν αντί άρτου αντίδωρον, μεταξύ τους ακούσθηκαν να λένε: Αυτή είναι η στερνή μας τροφή» (Κόκκινος σ. 240).  «η μάχη αυτή δεν έχει ανάλογη εις τας σελίδας τού Αγώνος ως προς την εκδήλωσιν ομαδικής ανδρείας και ηρωικής αντιμετωπίσεως βεβαίου θανάτου, παρά μόνον την μάχην τού Αθανάσιου Διάκου εις την γέφυρα τής Αλαμάνας και τού Παπαφλέσσα εις το Μανιάκι» (σελ.242)

Ανδρέας Κάλβος - ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ

[Ωδὴ τετάρτη]

Ας μη βρέξη ποτέ
το σύννεφον, και ο άνεμος
σκληρός ας μη σκορπίση
το χώμα το μακάριον
                που σας σκεπάζει.

Ας το δροσίζη πάντοτε
με τ’ αργυρά της δάκρυα
η ροδόπεπλος κόρη·
και αυτού ας ξεφυτρώνουν
                αιώνια τ’ άνθη.

Ω γνήσια της Ελλάδος
τέκνα· ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως,
τάγμα εκλεκτών Ηρώων,
                καύχημα νέον·

Σας άρπαξεν η τύχη
την νικητήριον δάφνην,
και από μυρτιάν σας έπλεξε
και πένθιμον κυπάρισσον
                στέφανον άλλον.

Αλλ’ αν τις αποθάνη
δια την πατρίδα, η μύρτος
είναι φύλλον ατίμητον,
και καλά τα κλαδιά
                της κυπαρίσσου.

Αφ’ ου εις του πρώτου ανθρώπου
τους οφθαλμούς η πρόνοος
φύσις τον φόβον έχυσε,
και τας χρυσάς ελπίδας,
                και την ημέραν·

Επί το μέγα πρόσωπον
της γης πολυβοτάνου,
ευθύς το ουράνιον βλέμμα
βαθυσκαφή εφανέρωσε
                μνήματα μύρια.

Πολλά μεν σκοτεινά·
φέγγει επ’ ολίγα τ’ άστρον
το της αθανασίας·
την εκλογήν ελεύθερον
                δίδει το θείον.

Έλληνες, της πατρίδος
και των προγόνων άξιοι·
Έλληνες σεις, πώς ήθελεν
από σας προκριθείν
                άδοξος τάφος;

Ο Γέρων φθονερός,
και των έργων εχθρός,
και πάσης μνήμης, έρχεται·
περιτρέχει την θάλασσαν
                και την γην όλην·

Από την στάμναν χύνει
τα ρεύματα της λήθης,
και τα πάντα αφανίζει.
Χάνονται η πόλεις, χάνονται
                βασίλεια, κ’ έθνη·

Αλλ’ ότε πλησιάση
την γην οπού σας έχει,
θέλει αλλάξειν τον δρόμον του
ο Χρόνος, το θαυμάσιον
                χώμα σεβάζων.

Αυτού, αφ’ ου την αρχαίαν
πορφυρίδα, και σκήπτρον,
δώσωμεν της Ελλάδος,
θέλει φέρειν τα τέκνα της
                πάσα μητέρα.

Και δακρυχέουσα θέλει
την ιεράν φιλήσειν
κόνιν, και ειπείν· Τον ένδοξον
λόχον, τέκνα, μιμήσατε,
                λόχον Ηρώων.

Πηγή: eistorias.wordpress.com