Κράτος – Εκκλησία - Σύνταγμα: ΜΙΑ «ΕΙΔΙΚΗ ΣΧΕΣΗ» με όρια και εγγυήσεις

του Πέτρου Ι. Μηλιαράκη*

 reaeklisia1

            Με αφορμή την εορτή της Παναγίας, όπου ο απανταχού ελληνισμός πράγματι σε πανηγυρικό κλίμα τιμά την Κοίμησή Της και ενόψει της φιλολογίας για το διαχωρισμό «Κράτους-Εκκλησίας», κρίσιμα και χρήσιμα να λεχθούν είναι τα εξής:  

            Εξ αρχής πρέπει να γίνει σαφές ότι οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας αφορούν ήδη διακριτούς ρόλους, όπως, άλλωστε, εγκαίρως έχει υποστηρίξει και ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1). Οι ήδη δε διακριτοί ρόλοι, σαφώς προκύπτουν από τη συγκρότηση του περιγράμματος του κράτους δικαίου, δηλαδή από τη συνταγματική και έννομη τάξη.

  • Ιεροκρατία και Πολιτειοκρατία

Βεβαίως, στη θεωρία και στην πράξη, ως προς τη σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας υπάρχουν αρκετές διακρίσεις. Σε γενικές γραμμές, ως «ακρέα εκδοχή», μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της Ιεροκρατίας και της Πολιτειοκρατίας. Σύμφωνα με τα συστήματα αυτά είτε το Κράτος, δηλαδή η Πολιτεία, ασκεί κυριαρχία επί της Εκκλησίας, είτε αντιθέτως η Εκκλησία ή άλλως η Θρησκεία επιδρά στη μορφή του πολιτεύματος και κατ’ ουσίαν στα πολιτικά, ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

Το σύστημα απόλυτου διαχωρισμού του Κράτους από την Εκκλησία, στο πλαίσιο όμως του σύγχρονου νομικοπολιτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, συνεπάγεται ότι το Κράτος δεν είναι αδιάφορο, αλλά προδήλως ουδέτερο έναντι της Εκκλησίας και συνεπώς ουδέτερο έναντι των εσωτερικών θρησκευτικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων. Εγγυάται όμως τη θρησκευτική ελευθερία. Στο πλαίσιο του σύγχρονου πολιτισμού, πρέπει να γίνει σαφές ότι ακόμη και στο ενδεχόμενο του απόλυτου «χωρισμού», το Κράτος αναγνωρίζει στις μείζονες θρησκευτικές κοινότητες (στις λεγόμενες γνωστές θρησκείες) αυξημένο κύρος και κρατική προστασία έναντι των λοιπών «θρησκευτικών κοινοτήτων».

  • η ελληνική συνταγματική τάξη

Με προσπάθεια για τη μεγαλύτερη δυνατή απλούστευση (για τους μη ειδικούς), των όσων ενταύθα παρατίθενται, θα πρέπει στο παρόν κείμενο να διευκρινισθεί ότι η Ελληνική Πολιτεία με συνταγματικές ρυθμίσεις έχει σαφώς προσδιορίσει τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Στη ρύθμιση αυτή ο συντακτικός νομοθέτης αφενός θέτει όρια στις παρεμβατικές δυνατότητας του νομοθέτη στα της Εκκλησίας και αφετέρου η Εκκλησία απολαμβάνει συνταγματικών εγγυήσεων.

Με βάση τις πρόνοιες του συντακτικού νομοθέτη η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας αυτοδιοικείται: α) από την Ιερά Σύνοδο των Αρχιερέων που πρέπει απαραιτήτως να είναι εν ενεργεία και β) από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο που πρέπει απαραιτήτως να συγκροτείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων. Συνεπώς, αποκλείεται οποιαδήποτε πολιτειακή ανάμειξη-παρέμβαση στα θέματα της Διοίκησης της Εκκλησίας, ενώ ο Καταστατικός Χάρτης (της Εκκλησίας της Ελλάδας) ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής, η οποία (όμως), δεν δικαιούται να αντιστρέψει, ούτε να αποδυναμώσει τις βασικές οργανωτικές δομές της Εκκλησίας, όπως κατοχυρώνονται από τους συνταγματικούς κανόνες.

            Στο σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό δεν είναι μόνο η Ελλάδα που αναγνωρίζει επισήμως Εκκλησία. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και άλλες χώρες πολιτισμού όπως για παράδειγμα η Μεγάλη Βρετανία (Ηνωμένο Βασίλειο) και η Δανία.  Υπ’ όψιν δε ότι η Ελληνική έννομη τάξη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, η ανεξιθρησκία εγκαθιδρύεται ως υπέρτατο έννομο αγαθό. Αφορά δε σκληρό πυρήνα του νομικού μας πολιτισμού, καθόσον η διάταξη αυτή δεν αναθεωρείται.

            Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, η συνταγματικώς οριοθετημένη παρέμβαση του κοινού νομοθέτη, είναι επαρκώς και σαφώς προσδιορισμένη. Μπορεί δε στο πλαίσιο κριτικής αντίληψης να θεωρηθεί ότι η όλη ρύθμιση βρίσκεται στα όρια εκκοσμίκευσης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας –δηλαδή κατά το μάλλον υφίσταται διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας. Παρά δε, που στο πλαίσιο των ρυθμιστικών κανόνων που ισχύουν, διατηρούνται οι «ειδικές σχέσεις» Κράτους και Εκκλησίας, όπου (για παράδειγμα) το εορτολόγιο, καθώς και οι επίσημες τελετές των αργιών οι οποίες συναρτώνται με το τυπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εν τούτοις αυτές οι «ειδικές σχέσεις» δεν αναιρούν την διάκριση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας. Συνεπώς, οι υφιστάμενοι ρυθμιστικοί κανόνες επουδενί ανατρέπουν το δεδομένο: ότι οι σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους βρίσκονται στα όρια της εκκοσμίκευσης. Τη θέση δε αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι το Κράτος ενισχύει οικονομικώς την Εκκλησία, με κυρίως αναφορά στη μισθοδοσία του Ελληνορθόδοξου κλήρου.

  • η εκκλησιαστική περιουσία

Πέραν των προαναφερομένων, άξια αναφοράς είναι τα περί εκκλησιαστικής περιουσίας που εγείρουν συνήθως ζητήματα «κριτικής». Στο πλαίσιο του παρόντος περιγράμματος μπορούν να τεθούν επιγραμματικώς υπ’  όψιν τα εξής: Από την περίοδο του Όθωνα, που αφορούσε από καθέδρας παρέμβαση αλλοεθνών και προτεσταντών επί της κρατούσας θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων της παλιγγενεσίας και του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, υπήρξε πραγματική άλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας με τα Βασιλικά Διατάγματα του 1833 και 1834. Η άλωση δε αυτή επεκτάθηκε το 1836 με ευρύτερες απαλλοτριώσεις, όσης εκκλησιαστικής περιουσίας είχε απομείνει. Προς αποφυγή μακρών ιστορικών καταγραφών, μπορεί να γίνει (επιλεκτικώς) αναφορά στην «Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη». Και τούτο γιατί η Μονή αυτή  δώρισε ακίνητά της επί των οποίων έχουν ανεγερθεί κρατικά Νοσοκομεία, Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και άλλοι αξιόλογης αποστολής Κοινωνικοί Οργανισμοί.

Παράδειγμα, επί των ακινήτων της «Μονής Πετράκη» λόγω δωρεάς, έχουν ανεγερθεί: το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», το «Αιγινήτειο» Νοσοκομείο, το «Αρεταίειο» Νοσοκομείο, το «Ασκληπιείο Βούλας», το Νοσοκομείο
«
Παίδων», το Νοσοκομείο «Λαϊκό», το Νοσοκομείο «Σωτηρία», το Νοσοκομείο «Συγγρού», το «Ιπποκράτειο» Νοσοκομείο. Επίσης έχει ανεγερθεί το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, η Ακαδημία Αθηνών, οι Αστυνομικές Σχολές στη Μεσογείων, η Μαράσλειος Ακαδημία, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Γηροκομείο Αθηνών, το ΠΙΚΠΑ Βούλας, το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης, το Πτωχοκομείο κ.ά.

Ανεξαρτήτως όμως της πραγματικής και ενίοτε εντυπωσιακής προσφοράς της Εκκλησίας δια της περιουσίας της, προφανώς ανακύπτουν «ζητήματα» ως προς την οικονομική διαχείριση και τους σκοπούς που πρέπει να υπηρετεί. Για το ζήτημα αυτό επιβάλλεται στην πράξη να γίνει δεκτό από την Εκκλησία ότι υφίσταται ιδιαίτερο καθήκον της, ώστε, ειδικώς σε περίοδο κρίσεων, εμπράκτως να επεμβαίνει, στηρίζοντας όσους δεν έχουν «πού την κεφαλήν κλίνη». Επ’ αυτού δε του ζητήματος θα ασκείται πάντοτε κριτική!...

            Υπ’ όψιν τέλος και τα εξής:

α) Όποιος αμφισβητεί το νομικοπολιτικό και κοινωνικό status της ήδη υπάρχουσας διακριτής σχέσης Κράτους και Εκκλησίας ευρίσκεται έξω από τις ευαισθησίες, τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της κοινωνίας και

β) Ότι για μια ακόμη φορά ο πανηγυρικός τρόπος εορτής της Παναγίας μας από τον απανταχού Ελληνισμό αποδεικνύει γιατί ορθώς και δικαίως επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Βλ. Π.Παυλόπουλος, Η ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ υπό το πρίσμα της κοινοβουλευτικής εμπειρίας (εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ, 2010) σελ. 65 και επ). 

---------------------------------------------

 * Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Χώρας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC - EU).