Νηπιαγωγός γράφει προς τον Υπουργό Παιδείας: Οι αλλαγές πρέπει να ξεκινούν από κάτω προς τα πάνω, πρώτα οι αλλαγές στο Νηπιαγωγείο και μετά στο Λύκειο…

 

ΑΝΟΙΧΤΗ   ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Αθήνα, 15 Μαΐου 2017

Αξιότιμε, κύριε Υπουργέ Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων,

Ονομάζομαι Μ. Δ., είμαι Νηπιαγωγός και σας απευθύνω αυτή την ανοιχτή επιστολή με σκοπό να σας εκφράσω μέρος των σκέψεων και των συναισθημάτων που μου δημιουργήθηκαν τις τελευταίες μέρες, ως απόρροια των εξαγγελιών και των δηλώσεών σας σχετικά με την Προσχολική Αγωγή και Εκπαίδευση.

Όταν άκουσα την εξαγγελία για τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής φοίτησης για τα νήπια β’ ηλικίας τον προσεχή Ιούνιο, η χαρά μου ήταν απερίγραπτη.

«Επιτέλους», σκέφτηκα, «βρέθηκε η κυβέρνηση που θα εφαρμόσει αυτό που έμενε στα χαρτιά από το 1976.

Επιτέλους, τα νήπια β’ ηλικίας των αγροτικών οικισμών θα δικαιούνται μεταφοράς και δεν θα στερούνται την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Επιτέλους, θα έχουμε επαρκή χρόνο για ομαλή ένταξη, σχεδιασμό προγραμμάτων, διάγνωση και αντιμετώπιση δυσκολιών». 
Δυστυχώς, η χαρά μου δεν είχε μεγάλη διάρκεια.

Λίγες μέρες μετά, σας άκουσα να λέτε ότι η θέσπιση της υποχρεωτικότητας για τα νήπια β’ ηλικίας θα γίνει στο τέλος του τριετούς σχεδιασμού.

Θυμός, πικρία και απογοήτευση...

Ωστόσο, ο λόγος σας μου είναι οικείος.

Αντιλαμβάνομαι, λόγω των μεταπτυχιακών μου σπουδών στην εκπαιδευτική ηγεσία και πολιτική, ότι ο τριετής ορίζοντας εμπίπτει στις βασικές παραμέτρους εφαρμογής της διαδικασίας του στρατηγικού σχεδιασμού στην εκπαίδευση.

Όμως, δεν πρέπει να τίθενται προτεραιότητες στους στόχους;

Θεωρώ ότι, όπως στην ιατρική η πρόληψη είναι σημαντικότερη από την αντιμετώπιση, έτσι και στην Παιδεία, οι αλλαγές πρέπει να ξεκινούν από κάτω προς τα πάνω, πρώτα οι αλλαγές στο Νηπιαγωγείο και μετά στο Λύκειο. 

Αντιλαμβάνομαι, επίσης, ότι η ευρύτερη δυνατή συναίνεση των εμπλεκομένων, αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιτυχία οποιουδήποτε σχεδίου αλλαγής.

Πώς θα επιτευχθεί όμως η συναίνεση όταν συγκεκριμένες ομάδες, με οικονομικά συμφέροντα, με συντεχνιακές επιδιώξεις ή/και προσωπικές φιλοδοξίες «μετάλλαξης» των τίτλων σπουδών και των επαγγελματικών δικαιωμάτων τους, ασκούν πιέσεις λειτουργώντας με γνώμονα το Αριστοφανικό «ου με πείσεις, καν με πείσεις»; 

Σας άκουσα να μιλάτε και για διάσταση απόψεων στην επιστημονική κοινότητα.

Και αναρωτιέμαι: υπάρχουν πράγματι αντικρουόμενα επιστημονικά δεδομένα που να αφορούν τα αποτελέσματα της συμμετοχής των νηπίων β’ ηλικίας σε προγράμματα ποιοτικής προσχολικής αγωγής και εκπαίδευσης ή της συνεκπαίδευσης νηπίων α’ και β’ ηλικίας στο εκπαιδευτικό πλαίσιο του Νηπιαγωγείου;

Η προσωπική μου εμπειρία, αλλά και πολλών συναδέλφων μου, αποδεικνύει τα πολλαπλά οφέλη της διετούς φοίτησης στο Νηπιαγωγείο και για τις δύο ηλικιακές ομάδες.

Είμαι σίγουρη ότι οι σύμβουλοί σας στο Υπουργείο μπορούν να τεκμηριώσουν και να επιβεβαιώσουν την εμπειρία των εκπαιδευτικών λειτουργών.

Γιατί αυτή η πραγματικότητα θα πρέπει να παραβλεφθεί και να θυσιαστεί στο βωμό συμφερόντων;

Γιατί θα πρέπει, για μια ακόμη φορά, η θέσπιση της υποχρεωτικότητας να παραπεμφθεί στις καλένδες, δεδομένου ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τη βούληση του επόμενου υπουργού;

Ειπώθηκε και γράφτηκε, εν συνεχεία, μια φράση περί τακουνιών και ζεστού φαγητού, η οποία έγινε αντικείμενο σάτιρας από εμάς (τις/τους νηπιαγωγούς), με αποτέλεσμα να γεμίσουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ψηλοτάκουνες γόβες.

Ελπίζω να κατανοείτε ότι το χιούμορ είναι ένας υγιής τρόπος εκτόνωσης των αρνητικών συναισθημάτων που μας δημιουργούνται όταν αμφισβητείται, με τόσο ακραίο τρόπο, ο παιδαγωγικός-εκπαιδευτικός μας ρόλος και η επαγγελματική-επιστημονική μας υπόσταση.

Έγινε αντιληπτό, νομίζω, ότι η φράση αυτή ειπώθηκε εν τη ρύμη του λόγου και ως παράδειγμα -μάλλον υπερβολικό και ατυχές- για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη γονείς που δεν κατανοούν την υψηλή σημασία του Νηπιαγωγείου και του εκπαιδευτικού έργου των Νηπιαγωγών.

Είναι, επίσης, αντιληπτό ότι η εξασφάλιση της συναίνεσης των γονέων, η δημιουργία κατάλληλης κουλτούρας όπως τη χαρακτηρίσατε, είναι πολύ σημαντική για την επιτυχή εφαρμογή της υποχρεωτικότητας.

Πώς θα πεισθούν αυτοί οι γονείς όμως; Κρατώντας τα παιδιά τους εκτός Νηπιαγωγείου;

Όταν θα τα φέρουν υποχρεωτικά στα 5 έτη τους, θα δουν και θα καταλάβουν, αλλά θα έχει ήδη χαθεί ένας πολύτιμος χρόνος από την ένταξή τους στο πλαίσιο της τυπικής εκπαίδευσης, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. 
Μιλήσατε, ακόμα, για «ελεύθερη επιλογή του γονέα», μια φράση-σύνθημα του φιλελευθερισμού και της εφαρμογής των αρχών της αγοράς στην εκπαίδευση.

Ποιες είναι οι συνέπειες όμως της «ελεύθερης επιλογής» στις χώρες όπου εφαρμόστηκε;

Ποιος ήταν ο αντίκτυπός της για τις κοινωνικά ασθενείς ομάδες;

Μπορεί η «ελεύθερη επιλογή» να αποτελεί παράγοντα σχεδιασμού εκπαιδευτικών πολιτικών με κοινωνικό πρόσημο και αντισταθμιστικό χαρακτήρα;

Και, εν τέλει, ποιο θα πρέπει να είναι το μέλημα της πολιτείας;

Η βούληση του κάθε γονέα ή το όφελος όλων των παιδιών αδιακρίτως και του κοινωνικού συνόλου εν γένει; 

Φαντάζομαι και κατανοώ τις ισχυρές πιέσεις που δέχεστε.

Αντιλαμβάνομαι, επίσης, ότι η εφαρμογή της υποχρεωτικότητας για τη φοίτηση των νηπίων β’ ηλικίας απαιτεί πόρους (χρηματοδότηση, κτίρια), που ίσως να μην υπάρχουν στη δεδομένη χρονική συγκυρία.

Θεωρώ, όμως, ότι η αναγκαιότητα της θεσμοθέτησης είναι αδιαμφισβήτητη (και γι’ αυτό αδιαπραγμάτευτη) και μπορεί να γίνει άμεσα, ενώ η διαδικασία και οι παράμετροι εφαρμογής μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαλόγου, ώστε σταδιακά, εντός των επόμενων δύο ετών και πριν τη λήξη της θητείας της παρούσας κυβέρνησης, να φτάσουμε στην καθολική εφαρμογή της διετούς φοίτησης στο Νηπιαγωγείο.

Αξιότιμε, κύριε Υπουργέ, πιστεύω ακράδαντα ότι, όπου υπάρχει βούληση, υπάρχει τρόπος.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάτε πως, αν προχωρήσετε στη θέσπιση της υποχρεωτικής φοίτησης για τα νήπια β’ ηλικίας, σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα θα είναι στο πλευρό σας. Και ευελπιστώ να αποφασίσετε λαμβάνοντας υπόψη σας δύο ερωτήματα:

Αν όχι εσείς, ποιοι;

Αν όχι τώρα, πότε;

Ευχαριστώ για το χρόνο σας.

Με εκτίμηση,

Μ. Δ., Εκπαιδευτικός ΠΕ60